Το ζήτημα της γονεϊκότητας, με αφορμή την πρόσφατη τραγωδία με το θάνατο ενός βρέφους

Η πρόσφατη τραγωδία με τον θάνατο βρέφους που ξεψύχησε ξεχασμένο στο αυτοκίνητο της ίδιας του της μητέρας, συγκλονίζει κάθε εργαζόμενο και εργαζόμενη στη χώρα μας. Πέρα από την ανθρώπινη διάσταση της υπόθεσης, η Κομμουνιστική Πρωτοβουλία Κύπρου θεωρεί καθήκον της να αναδείξει τις βαθύτερες κοινωνικές και ταξικές αιτίες που οδήγησαν σε ένα τέτοιο αποτρόπαιο περιστατικό.

Σε μια κοινωνία που λειτουργεί με κριτήριο το κέρδος και την ανταγωνιστικότητα, η μητρότητα και γενικότερα η γονεϊκότητα αντιμετωπίζονται ως ατομική ευθύνη και όχι ως συλλογικό κοινωνικό καθήκον. Το αστικό κράτος, αντί να στηρίζει την εργαζόμενη μητέρα και τον εργαζόμενο πατέρα, επιβάλλει εξοντωτικούς ρυθμούς εργασίας, ανεπαρκέστατα επιδόματα μητρότητας και ανύπαρκτες δομές φροντίδας για τα παιδιά της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Το γεγονός ότι στην Κύπρο η άδεια μητρότητας περιορίζεται σε 22 βδομάδες, είναι ενδεικτικό της αντιλαϊκής πολιτικής που εφαρμόζεται. Οι γυναίκες καλούνται να επιστρέψουν εξαντλημένες στη δουλειά, βρισκόμενες υπό καθεστώς χρόνιας στέρησης ύπνου, άγχους και οικονομικής πίεσης. Οι ιδιωτικοί παιδικοί σταθμοί κοστίζουν πανάκριβα, ενώ οι δημόσιες δομές είναι ελάχιστες και υποστελεχωμένες.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η Κομμουνιστική Πρωτοβουλία Κύπρου καλεί την εργατική τάξη και τον λαό να μην αναζητά «ατομικές ευθύνες» εκεί που υπάρχουν ξεκάθαρες κοινωνικές αιτίες. Η τραγωδία αυτή δεν είναι απλώς «ένα τραγικό λάθος» όπως παρουσίασαν αρχικά κυβέρνηση και πολλά μέσα ενημέρωσης. Η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα να μην πέσουν στην παγίδα του κοινωνικού αυτοματισμού και να κατηγορήσουν την άτυχη μάνα αλλά να συνειδητοποιήσουν τι πραγματικά συμβαίνει. Είναι το αποτέλεσμα ενός απάνθρωπου συστήματος που δεν αναγνωρίζει ούτε τις βασικές ανάγκες της μητέρας και του παιδιού, ούτε το δικαίωμα στην ανθρώπινη ζωή.

Στην πραγματικότητα της Κύπρου, παρά τις εξαγγελίες περί στήριξης των γυναικών για ένταξή τους στην αγορά εργασίας, το ζήτημα της μητρότητας εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται μέσα από τα στενά πλαίσια του «κόστους» για τις επιχειρήσεις και την «ευελιξία» προς όφελος των εργοδοτών. Παρόλο που η κυπριακή νομοθεσία αναγνωρίζει το δικαίωμα των εγκύων και των μητέρων σε ειδική μεταχείριση, προβλέποντας 22 εβδομάδες άδεια μητρότητας και προστασία από απόλυση, στην πράξη οι εργοδότες εξακολουθούν να βλέπουν τις γυναίκες ως «ρίσκο» και «κόστος» λόγω της εγκυμοσύνης ή της μητρότητας. Ενδεικτικό είναι πως οι ίδιες οι οδηγίες του κράτους επιβεβαιώνουν ότι πολλές γυναίκες βιώνουν διακρίσεις, καθυστέρηση προαγωγής, μετακινήσεις, ακόμα και απόλυση εξαιτίας της εγκυμοσύνης ή της χρήσης άδειας μητρότητας. Την ίδια ώρα, με πρόσχημα τη μείωση των «αντικινήτρων» για πρόσληψη γυναικών, το κράτος προσανατολίζεται στη μεταφορά του κόστους των αδειών στο δημόσιο, ανοίγοντας τον δρόμο στην εργοδοσία να πιέζει για «ευελιξία» στη χρήση των αδειών.

Η πατρότητα στην Κύπρο παραμένει υποβαθμισμένη και περιορισμένη σε μόλις δύο εβδομάδες άδειας, με το επίδομα να λειτουργεί περισσότερο ως διεκπεραιωτική παροχή παρά ως ουσιαστική στήριξη. Παρά τις διακηρύξεις για «ισορροπία επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής», πίσω από τις Ευρωενωσιακές στρατηγικές από τις οποίες απορρέουν και οι κυβερνητικές πολιτικές κρύβεται η ίδια στόχευση: η προώθηση της «ευελιξίας» και η εξασφάλιση φθηνού και διαθέσιμου εργατικού δυναμικού, ανδρών και γυναικών. Η πατρότητα δεν αντιμετωπίζεται ως ισότιμο και αναφαίρετο δικαίωμα στην ανατροφή του παιδιού, αλλά ως προαιρετικό μέτρο που περιορίζεται για να μην επιβαρυνθεί το «κόστος» των επιχειρήσεων. Η ουσιαστική συμμετοχή των πατεράδων στην ανατροφή των παιδιών υπονομεύεται, καθώς η άδεια πατρότητας και η γονική άδεια χρησιμοποιούνται ως εργαλεία ανακύκλωσης της ευέλικτης και υποαμειβόμενης εργασίας, στη λογική του «ελάχιστου κόστους» για το κεφάλαιο.

Στην πραγματικότητα, τέτοιες πολιτικές εντείνουν την εμπορευματοποίηση της μητρότητας και γενικά της γονεϊκότητας, προωθώντας ως «λύση» τη μερική απασχόληση ή την επιστροφή της μητέρας  στην εργασία πριν ακόμη ολοκληρωθεί η περίοδος ανάρρωσης και φροντίδας του βρέφους. Έτσι, πίσω από τη βιτρίνα της δήθεν στήριξης, αναπαράγεται ένας κύκλος ανισοτήτων και επιβαρύνσεων για τη μητέρα και τον πατέρα, με τις εργοδοτικές ανάγκες να καθορίζουν τους όρους της μητρότητας και της πατρότητας.

Η ΚΔ, παρά τα μεγάλα λόγια περί «στήριξης της οικογένειας» και «δημογραφικής κρίσης», επιμένει να εφαρμόζει πολιτικές που σπρώχνουν τη μητέρα στα όρια της φυσικής και ψυχικής αντοχής.

Η πρόσφατη εξαγγελία των «νέων μέτρων» από την κυβέρνηση και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, συνοδεία των χειροκροτημάτων από τα αστικά κόμματα, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ακόμα προσπάθεια εξαγοράς συνειδήσεων και διαχείρισης της δημογραφικής κρίσης υπό το πρίσμα της αγοράς και των «δημοσιονομικών αντοχών».

Επιδόματα-ψίχουλα των 200 ευρώ σε μητέρες κάτω των 30, λες και η γέννα είναι θέμα ηλικιακού ορίου.

Ενίσχυση των εργοδοτών για να στήσουν βρεφοκομεία μέσα στις επιχειρήσεις τους, μετατρέποντας τα παιδιά της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων σε ακόμα ένα εργαλείο αύξησης της παραγωγικότητας.

Επέκταση του ωραρίου των παιδοκομικών σταθμών μέχρι τις 19:30, για να «βολεύονται» οι εργαζόμενοι γονείς, δηλαδή να δουλεύουν μέχρι εξόντωσης.

Οι αστικές κυβερνήσεις και τα κόμματά τους, είτε φιλελεύθερα είτε σοσιαλδημοκρατικά, βλέπουν τη μητρότητα και τη γονεϊκότητα όχι ως κοινωνικό δικαίωμα, αλλά ως παράγοντα δημογραφικής διαχείρισης και οικονομικής εκμετάλλευσης. Η γέννα γίνεται επένδυση και οι μητέρες εργαλεία παραγωγής νέου εργατικού δυναμικού.

Για την Κομμουνιστική Πρωτοβουλία Κύπρου, η μητρότητα, η πατρότητα και η φροντίδα των παιδιών είναι ζήτημα κοινωνικής ευθύνης και συλλογικού καθήκοντος. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ατομική υπόθεση ή ευκαιρία για επιδοματική πολιτική και εργοδοτική κερδοφορία.

Η τραγωδία αυτή αναδεικνύει την ανάγκη ανατροπής της κυρίαρχης πολιτικής και θέτει επιτακτικά στο προσκήνιο τα αιτήματα που βασίζονται στις ανάγκες της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων και όχι με όρους ανταγωνιστικότητας της καπιταλιστικής οικονομίας.

Κανένας γονιός δεν πρέπει να αφήνεται μόνος του να παλεύει για τα αυτονόητα. Καμιά γυναίκα της εργατικής τάξης να μην εξαναγκάζεται να διαλέξει ανάμεσα στην εργασία και την προστασία του παιδιού της.

Η ΚΠΚ ανοίγει τη συζήτηση για το τι κοινωνία έχουμε και τι κοινωνία χρειαζόμαστε: Μια κοινωνία που θυσιάζει μανάδες και παιδιά στον βωμό του κέρδους ή μια κοινωνία που βάζει στο επίκεντρο τις ανάγκες της εργατικής τάξης, της μάνας, του παιδιού, της ζωής.

Κομμουνιστική Πρωτοβουλία Κύπρου

Λέανδρος Σαββίδης

Γραφείο Πολιτικής Οικονομίας

Μάρτιος 2025