Η Απεργία των μεταλλωρύχων του 1948

Εϊ, εσύ! Ουρανέ! Βγάλ’ το καπέλο σου. Περνάνε οι μεταλλωρύχοι* 

(Παράφραση της πρώτης στροφής του ποιήματος του Μαγιακόφσκι, «Σύννεφα με παντελόνια»)

Στις 17 Μαΐου 1948, και μετά από ομόφωνη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των συντεχνιών των μεταλλωρύχων, η πιο μακροχρόνια απεργία στην ιστορία της Κύπρου μέχρι τότε έλαβε τέλος μετά από 125 μέρες, με την ικανοποίηση 30% των αιτημάτων των απεργών και με διασφάλιση του δικαιώματος στον συνδικαλισμό.

Την 1η Ιανουαρίου 1948, η συλλογική σύμβαση που υπεγράφη το 1946 μεταξύ της Κυπριακής Μεταλλευτικής Εταιρείας και των συντεχνιών έληγε. Ως εκ τούτου, στις 17 Δεκεμβρίου 1947, η συντεχνία των μεταλλωρύχων της ΠΕΟ και η αντίστοιχη των τουρκικών Συντεχνιών (KTIVK) παρουσίασαν από κοινού στην εταιρεία νέες απαιτήσεις για τις διαπραγματεύσεις για τη νέα συλλογικής σύμβασης. Στα αιτήματα περιλαμβάνονταν το οκτάωρο, αυξήσεις στα μεροκάματα, πληρωμή υπερωριών τις Κυριακές και η δημιουργία δεκατεσσάρων αργιών, πέντε από τις οποίες θα ήταν πληρωμένες. Η ΚΜΕ θα μπορούσε να αποδεκτεί τα αιτήματα, δεδομένου των κερδών που είχε εκείνη την περίοδο και όντας ο 3ος μεγαλύτερος παραγωγός και 2ος μεγαλύτερος εξαγωγέας χαλκοπυρίτη στον κόσμο. Αντ’ αυτού, απέρριψε τα αιτήματα και με επιθετική, αντι-κομμουνιστική φρασεολογία, αρνήθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω διαπραγμάτευση με τις συντεχνίες. 

Στις 13 Ιανουαρίου, σε κοινή γενική συνέλευση μεταξύ της ΠΕΟ και της Τουρκικής Συντεχνίας, στην οποία συμμετείχαν 1.500 εργαζόμενοι, ξεκίνησε η μεγαλειώδης απεργία των μεταλλωρύχων. Σύντομα μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου λόγω των εκδικητικών ενεργειών της εταιρείας που σταμάτησε να μοιράζει γάλα στα παιδιά των μεταλλωρύχων, εκδίωξε όλους τους άρρωστους μεταλλωρύχους από το νοσοκομείο της και προχώρησε σε απολύσεις.

Στην πορεία, ο οικονομικός αγώνας των μεταλλωρύχων μετατράπηκε σε αγώνα για την διασφάλιση του δικαιώματος τους στον συνδικαλισμό χωρίς παρεμβάσεις από την εργοδοσία αφού η εταιρεία αρνήθηκε να αναγνωρίσει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, εκτός αν αναδιοργανώνονταν σε “νέα βάση”.

Το 1948, με τον εμφύλιο στην Ελλάδα να μαίνεται και να επηρεάζει κάθε πτυχή της πολιτικής ζωής της Κύπρου, αλλά και με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και την απόσπαση από το καπιταλιστικό στρατόπεδο χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, το νησί είχε αποκτήσει μια σημαντική στρατηγική θέση για τα βρετανικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή. Oποιεσδήποτε εσωτερικές εξελίξεις θα είχαν άμεσες επιπτώσεις, όχι μόνο στη παραμονή της Βρετανίας στην αποικία, αλλά στα στρατηγικά της συμφέροντα σε ολόκληρη την περιοχή. Ως εκ τούτου, η αποικιακή κυβέρνηση ήταν αποφασισμένη να περιορίσει το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα σε μια στρατηγικής σημασίας αποικία. Το σπάσιμο της απεργίας και η διάλυση ενός συνδικάτου που βρισκόταν στην πρωτοπορία των εργατικών αγώνων προσέφερε μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία προς αυτό το στόχο. 

Συνεπώς, η Κυπριακή κοινωνία μοιράστηκε στα δυο με κάθε κοινωνικό παράγοντα αναπόφευκτα να διαλέγει πλευρά, είτε υπέρ των εργαζομένων είτε υπέρ του κεφαλαίου. Με την πλευρά των μεταλλωρύχων, βρέθηκε το σύνολο της κυπριακής εργατικής τάξης και την φτωχής αγροτιάς και αυτό φαίνεται μέσα από τις συνεχείς εισφορές στο απεργιακό ταμείο αλλά και την μαζική συμμετοχή στις γενικές απεργίες του Φεβρουαρίου και Μαρτίου που κάλεσε η ΠΕΟ. Οι σελίδες του τύπου της εποχής, Ελληνοκυπριακού και Τουρκοκυπριακού, κατακλύζονται από τη μαζική συνεισφορά Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων εργατών και αγροτών στο απεργιακό ταμείο.  

Στο πλευρό της εταιρείας προσέτρεξε η ντόπια αστική τάξη, η Εκκλησία αλλά και η αποικιακή κυβέρνηση. Η προοπτική του να σπάσει η ΚΜΕ την απεργία του μεγαλύτερου συνδικάτου της χώρας ήταν πολύ δελεαστική αφού θα έστελνε ισχυρά μηνύματα σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας και θα σηματοδοτούσε την αντεπίθεση της αστικής τάξης στις παραχωρήσεις που είχαν δοθεί στο συνδικαλιστικό κίνημα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Στο πρόσωπο της ΚΜΕ βρήκαν το δικό τους «ήρωα». Οι Νέες Συντεχνίες (ΣΕΚ) καθ’ όλη τη διάρκεια της απεργίας έδρασε σαν μηχανισμός στρατολόγησης απεργοσπαστών. Στον ίδιο δρόμο και η Εκκλησία όπου ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Β’ με ανακοίνωσή του καλούσε τους χριστιανούς εργάτες να επιστρέψουν στην εργασία τους και καταδίκαζε τη «βία των απεργών» και των κομμουνιστών υποκινητών τους.

Το αποικιακό καθεστώς με τη σειρά του χρησιμοποίησε όλους τους κατασταλτικούς μηχανισμούς που είχε στην διάθεσή του αλλά και τα δικαστήρια στην προσπάθειά του να σπάσει την απεργία με την βία. Η εταιρεία και η κυβέρνηση ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες αλλά με κοινή στρατηγική, πολιτικοποίησαν την στάση τους απέναντι στην απεργία και βρέθηκαν στην ίδια πλευρά. Προϋπόθεση για να διασφαλίσει η εταιρεία τα μελλοντικά της κέρδη, ήταν το σπάσιμο της συντεχνίας και ένα υπάκουο εργατικό δυναμικό, μακριά από συγκρούσεις και εντάσεις.

Η αποικιακή κυβέρνηση από την άλλη, είχε πολλαπλά οικονομικά οφέλη από τις δραστηριότητες της ΚΜΕ, όπως η εισροή πολύτιμου ξένου συναλλάγματος. Το βασικότερο κριτήριο για τις πράξεις της όμως ήταν τα πολιτικά οφέλη που θα είχε με το σπάσιμο της απεργίας και τον περιορισμό της δράσης των συντεχνιών, και κατ’ επέκταση και του ΑΚΕΛ, σε μια δύσκολη περίοδο για τα Βρετανικά συμφέροντα στη περιοχή.  

Δεν μπορεί να παραγνωριστεί η επιτυχία των συνδικάτων στη διατήρηση μιας παρατεταμένης απεργίας, της ενότητας ανάμεσα σε 2000 απεργούς, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους αλλά και της πρωτόγνωρης αλληλεγγύης προς τον αγώνα των μεταλλωρύχων από το σύνολο της Κυπριακής εργατικής τάξης.  Μια απεργία ενταγμένη στην χρονιά ορόσημο για τους εργατικούς αγώνες στην χώρα μας που άφησε γερές αγωνιστικές παρακαταθήκες. Που δείχνει ακόμα τον δρόμο για την αποτελεσματικότητα των αγώνων της τάξης μας αλλά και την ανάγκη για ανασύνταξη του εργατικού κινήματος. Μια ανάγκη άρρηκτα δεμένη με την ύπαρξη ενός επαναστατικού και μαχητικού κομμουνιστικού κόμματος στην Κύπρο.