Του Αλέξη Αντωνίου, Επικεφαλής Ιδεολογικού Γραφείου της ΚΠΚ
Σε μια εποχή που η αστική ιδεολογία διακηρύσσει το «τέλος της ιστορίας», η ύπαρξη ενός Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚ) παραμένει ζωτική αναγκαιότητα. Στην ημικατεχόμενη καπιταλιστική Κύπρο του 21ου αιώνα, η ανάγκη για ένα ΚΚ που τιμά τον τίτλο του γίνεται ακόμα πιο πιεστική. Ένα Κόμμα θεωρητικά οπλισμένο, καλά οργανωμένο και μαχητικό, ικανό να ηγηθεί και να εμπνεύσει ολόκληρη την εργατική τάξη και τα καταπιεσμένα στρώματα. Για να γίνει ο φωτεινός φάρος της ελπίδας, η φωνή της επανάστασης.
«Ο μπολσεβικισμός υπάρχει σαν ρεύμα πολιτικής σκέψης και σαν πολιτικό κόμμα από το 1903» είπε χαρακτηριστικά ο Λένιν μετά το 2ο συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας, πατρίδας του πρώτου προλεταριακού κόμματος νέου τύπου.
Τότε γιατί επανερχόμαστε στο ζήτημα αυτό στην Κύπρο του 21ου αιώνα;
Ο Λένιν ανέπτυξε και εμπλούτισε τις θεμελιακές ιδέες των Μαρξ και Ένγκελς για το προλεταριακό κόμμα. Ενώ η θεωρητική θεμελίωση για την ανάγκη κομμουνιστικού κινήματος ξεκίνησε με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο το 1848, ο Λένιν διαμόρφωσε ένα σύνολο θεωρητικών, πολιτικών και οργανωτικών αρχών για το ΚΚ Νέου Τύπου, όντας κάτι διαφορετικό από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης που υπήρχαν από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Το ΚΚ είναι η συνειδητή, οργανωμένη ιδεολογική και πολιτική πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Είναι ο καθοδηγητής της ταξικής πάλης, όχι μόνο για τη διεκδίκηση καλύτερων όρων πώλησης της εργατικής δύναμης, αλλά για την κατάργηση της εκμετάλλευσης, την ανατροπή του καπιταλισμού, για τη σοσιαλιστική επανάσταση και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Αυτός είναι ο χαρακτήρας και ο σκοπός του Κομμουνιστικού Κόμματος. Γι’ αυτό το λόγο το εργατικό επαναστατικό κόμμα αποτελεί την ανώτατη μορφή οργάνωσης της εργατικής τάξης. Αυτή η αρχή θα πρέπει να αντανακλάται και στη σύνθεση του κόμματος, όπου οι εργάτες, ειδικά σε στρατηγικούς κλάδους για την οικονομία, πρέπει να αποτελούν την πλειοψηφία των μελών.
Το μαζικό κόμμα της επαναστατικής εργατικής τάξης δεν είναι μόνο μια ειδική ρωσική επιλογή ή ιδιαιτερότητα των αρχών του 20ου αιώνα αλλά έχει γενικευμένο διεθνή χαρακτήρα και αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα. Στον καπιταλισμό, οι εργαζόμενοι έχουν να αντιμετωπίσουν την αναγκαστική δουλειά για το κεφάλαιο, την εκμετάλλευση, την εξαθλίωση, τα καθημερινά άγχη για εξασφάλιση των προς το ζην, την κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Την ίδια στιγμή, η εργατική τάξη στον σύγχρονο καταμερισμό εργασίας είναι πολυκατακερματισμένη (κατά ειδικότητα, μορφωτικό επίπεδο, εθνότητα, φύλο, γλώσσα κ.ά.). Συνεπώς, στην πάλη της για την πολιτική εξουσία η εργατική τάξη δεν έχει άλλο όπλο εκτός από την οργάνωση, το Κόμμα που συσπειρώνει τα πιο πρωτοπόρα και συνειδητά τμήματα της εργατικής τάξης.
Οι οικονομικοί αγώνες, οι αγώνες για μεταρρυθμίσεις, για δημοκρατικά δικαιώματα είναι σαφώς τα πρώτα ξεσπάσματα, οι πρώτες (αναγκαίες) προσπάθειες αναμέτρησης, είτε με τους μεμονωμένους εργοδότες, είτε με τον συλλογικό καπιταλιστή, το κράτος. Αποσπασμένοι όμως από τον πολιτικό αγώνα, από την πάλη για την πολιτική εξουσία, οδηγούνται αναπόφευκτα σε περιορισμό της πάλης σε κάποιες επιμέρους βελτιώσεις, και άρα παραδέχονται ως φυσιολογικό το καπιταλιστικό σύστημα που απλώς πρέπει να μεταρρυθμιστεί. Γι’ αυτό το ΚΚ, ως η συνειδητή συνένωση του εργατικού κινήματος με τον σοσιαλισμό, καθήκον έχει όχι να σέρνεται παθητικά πίσω από το εργατικό κίνημα, αλλά να το καθοδηγεί προς τον τελικό του σκοπό, την ανατροπή του καπιταλισμού που αναγκάζει τους φτωχούς να πουλούν την εργατική τους δύναμη στον κεφαλαιοκράτη και που αναπαράγει τις ίδιες τις δομές που διαιωνίζουν την εκμετάλλευση.
“Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατικό κίνημα”
Η σύνδεση της επαναστατικής θεωρίας με την επαναστατική πράξη αποτελεί ένα κρίσιμο στοίχημα για κάθε ΚΚ, αφού ενσαρκώνει τη διαλεκτική ενότητα θεωρίας και πράξης. Σε κάθε διαλεκτική σχέση όμως, ένα από τα δύο είναι το πιο καθοριστικό, και σε αυτή τη σχέση πρωτεύων ρόλο παίζει η θεωρία που αποτελεί τον οδηγό της δράσης.
Ολόκληρη η λειτουργία και η δράση ενός επαναστατικού κόμματος, από τα πάνω μέχρι κάτω πρέπει να καθοδηγείται από την επιστημονική κοσμοθεωρία του μαρξισμού-λενινισμού. Η συζήτηση σύγχρονων θεωρητικών και ιδεολογικών θεμάτων αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας για την επεξεργασία στόχων πολιτικής δράσης. Ένα επαναστατικό ΚΚ διαμορφώνει τη στρατηγική του με βάση τις υλικές συνθήκες και όχι με βάση τους αρνητικούς συσχετισμούς που επικρατούν και που άλλωστε χρέος έχει να παλέψει και να αλλάξει.
Επιπλέον, ένα επαναστατικό κόμμα οφείλει να μελετά και να αναλύει τις κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές εξελίξεις με βάση την κοσμοθεωρία μας για την παραπέρα ανάπτυξή της. Ο ίδιος ο Λένιν αναγνώριζε αυτή την ανάγκη πριν 126 χρόνια, όταν έλεγε ότι η θεωρία του Μαρξ δεν ήταν κάτι τελειωμένο, αλλά ο ακρογωνιαίος λίθος που οι κομμουνιστές έχουν καθήκον να αναπτύξουν και να προωθήσουν αν δεν θέλουν να μείνουν πίσω από τη ζωή.
Η επαναστατική θεωρία δεν είναι ζήτημα τελειωμένο από τα μέσα του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου από τους θεμελιωτές της κοσμοθεωρίας μας. Δεν είναι κάτι στατικό και ούτε έχει πλέον λήξει το ζήτημα της κατάκτησης της θεωρητικής πρωτοπορίας στην πράξη. Η σύγχρονη και δημιουργική επεξεργασία του Μαρξισμού, η διαμόρφωση συγκεκριμένης στρατηγικής και η ικανότητα διαβάσματος των καθηκόντων της τρέχουσας στιγμής, έρχεται μέσα από εντατική και επίπονη θεωρητική δουλειά, συστηματική μελέτη των εγχώριων και διεθνών εξελίξεων, μελέτη της πείρας της ταξικής πάλης. Η ίδια η ζωή αναπτύσσεται και μαζί με αυτή θα πρέπει να αναπτύσσεται και η ζωντανή, επιστημονική επαναστατική κοσμοθεωρία του Μαρξισμού-Λενινισμού. Αν η επαναστατική δράση προχωρά αλλά η θεωρία παραμένει στάσιμη δύο αιώνες πριν, αδυνατώντας να μελετήσει νέα φαινόμενα και εξελίξεις, τότε αναπόφευκτα, τα χαρακτηριστικά της δράσης θα αλλοιωθούν.
Τα παραδείγματα πολλά στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και στη χώρα μας. Από την αδυναμία του ΚΚΣΕ θεωρητικής μελέτης και προοδευτικής επίλυσης προβλημάτων στην σοσιαλιστική οικοδόμηση τη δεκαετία του 1950, μέχρι τις σημερινές θεωρίες στη χώρα μας για προοδευτικές κυβερνήσεις στο έδαφος του καπιταλισμού, “κοινωνικά προσανατολισμένης οικονομίας” κτλ.
Από την άλλη υπάρχουν θετικά παραδείγματα για τη σωστή κατανόηση της σχέσης θεωρίας και πράξης και την προτεραιότητα στην ανάπτυξη της πρώτης, ακόμα και αν χρειαζόταν να μπει σε δεύτερη μοίρα η επαναστατική δράση για αρκετό καιρό. Ο Μαρξ αφιέρωσε άπειρα μερόνυχτα στη Βρετανική Βιβλιοθήκη μελετώντας πολιτική οικονομία για τη συγγραφή του Κεφαλαίου, την επιστημονική ανάλυση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.
Ο Λένιν, μελετώντας αδιάκοπα, ξεκίνησε τη μακρόχρονη προσπάθεια για τη διαμόρφωση αποτελεσματικής στρατηγικής του Μπολσεβίκικου κόμματος με την εξέταση της ανάπτυξης του καπιταλισμού στη Ρωσία, και ειδικά την αλληλεπίδραση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής. Στη συνέχεια, εν μέσω του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, θα γράψει το Ιμπεριαλισμός: Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού, όπου θα φωτίσει το γεγονός ότι στη διεθνή εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού, έχουν ωριμάσει οι υλικές συνθήκες για το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Το καλοκαίρι του 1917, λίγο πριν την Οκτωβριανή επανάσταση θα γράψει το Κράτος και Επανάσταση.
Αποδεικνύεται έτσι το πως τις πιο κρίσιμες στιγμές, μέσα στον πόλεμο και την επανάσταση, η διαμόρφωση συγκεκριμένης στρατηγικής των Μπολσεβίκων και η ικανότητα διαβάσματος των διαθέσεων των μαζών και των καθηκόντων της τρέχουσας στιγμής, προήλθε μέσα από εντατική και επίπονη θεωρητική δουλειά.
Ωστόσο, η ύπαρξη επαναστατικής θεωρίας, και με βάση αυτή η διαμόρφωση επαναστατικής στρατηγικής, δεν επαρκούν από μόνες τους. Με άλλα λόγια, δεν είναι ευθύγραμμη η σύνδεση της θεωρίας, του Προγράμματος και του Καταστατικού με το να μπορεί ένα ΚΚ να είναι επαναστατικό και στην πράξη.
Κρίσιμος παράγοντας είναι ο συνδυασμός του επαναστατικού προγράμματος με την τρέχουσα στιγμή και την καθημερινή επαναστατική δράση. Εδώ να επισημάνουμε ότι όταν ο Λένιν μιλούσε για επαναστατική δράση δεν εννοούσε μόνο τη διεξαγωγή της ένοπλης επαναστατικής εξέγερσης, αλλά και την καθημερινότητα, τη δουλειά μυρμηγκιού, την καθημερινή δράση του Κόμματος που συμβάλλει στο να διαμορφώνεται συνεχώς μια μαζική πρωτοπορία.
Είναι βασικό ζήτημα σήμερα, σε μη επαναστατικές συνθήκες, στην εποχή της αντεπανάστασης, να μπορεί το επαναστατικό εργατικό κόμμα να διεξάγει επαναστατική διαφώτιση και προετοιμασία με την προοπτική συγκέντρωσης δυνάμεων σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Να μπορεί να συνδέει τα καθημερινά προβλήματα επιβίωσης, τους αγώνες της εργατικής τάξης με την μοναδική διέξοδο από αυτά, την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της εργατικής εξουσίας.
Προϋπόθεση για αυτό είναι το ΚΚ να έχει γερούς δεσμούς και σχέσεις, πρώτιστα με την εργατική τάξη αλλά και συνολικά με τις μάζες των εκμεταλλευομένων. Να μπορεί να εμπνέει εμπιστοσύνη και να καθοδηγεί τους αγώνες του σήμερα, έχοντας συμβάλει στην επεξεργασία ενός αγωνιστικού πλαισίου πάλης. Να ανοίγει μέτωπα με τους αστικούς θεσμούς, την εργοδοσία, την Ευρωπαϊκή Ένωση και συνολικά όλους του ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και ενώσεις. Να συμβάλλει στην πολιτιστική ανάταση του λαού μας, φέρνοντας τον πιο κοντά και σε επαφή με την επαναστατική τέχνη, το θέατρο, το σινεμά, συνολικά τη ριζοσπαστική τέχνη από όλο τον κόσμο. Στην τελική να συμβάλλει στην ολόπλευρη καλλιέργεια ριζοσπαστικής συνείδησης έτσι ώστε η καθημερινή πάλη να μην αποσπάται από την επαναστατική στρατηγική.
Ένα επαναστατικό κόμμα πρέπει συνεχώς να επιδιώκει την ενότητα ολόκληρης της εργατικής τάξης, ανεξαρτήτως αν είναι Κύπριοι ή μετανάστες. Να επιδιώκει τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τη φτωχή αγροτιά, με τους αυτοτελώς εργαζόμενους, σε μια πραγματική λαϊκή συμμαχία σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Μια συμμαχία από τα κάτω, και όχι συμφωνίες κορυφής που αφήνουν τους πραγματικούς πρωταγωνιστές στο περιθώριο.
Στην χώρα μας ένα ΚΚ που τιμά τον τίτλο του έχει ακόμα ένα πρόσθετο καθήκον. Οι Κύπριοι κομμουνιστές οφείλουν να εντείνουν την πάλη τους για δίκαιη λύση του Κυπριακού, απελευθέρωση και επανένωση του συνόλου του λαού μας, με τον τερματισμό της τουρκικής κατοχής και εξάλειψη των συνεπειών της. Μόνο ένα επαναστατικό κόμμα που συσπειρώνει την πρωτοπορία της εργατικής τάξης, ανεξαρτήτως κοινότητας, καταγωγής, γλώσσας ή θρησκείας, μπορεί να κατευθύνει τον αντικατοχικό αγώνα και την πάλη για μια Κύπρο ακέραιη και ανεξάρτητη, χωρίς ξένους εγγυητές και προστάτες, μακριά από ιμπεριαλιστικές δοσμένες λύσεις. Μια λύση προϊόν της ίδιας της πάλης του κυπριακού λαού.
Κομβικής σημασίας λοιπόν είναι η σύνδεση των καθημερινών αγώνων και του αγώνα για αποτίναξη της κατοχής, με την πάλη για ανατροπή του κύριου υπαίτιου, του καπιταλισμού. Αυτός ο αγώνας είναι άρρηκτα δεμένος με την πάλη μας για αλλαγή των συσχετισμών στη χώρα μας, για να ανοίξει ο δρόμος του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, που είναι η μόνη λύση που θα εξαλείψει τις αιτίες της εκμετάλλευσης, της φτώχειας και των πολέμων.
Ιδεολογική ενότητα και ενότητα δράσης
Όμως, η ιδεολογική και προγραμματική ενότητα και η αυτοθυσία στους καθημερινούς αγώνες δεν αρκούν για το σκοπό που έχει να επιτελέσει ένα ΚΚ. Χρειάζεται και ενότητα θέλησης, ενότητα δράσης, ενότητα στην πειθαρχία.
Μία από τις βασικές οργανωτικές αρχές ενός ΚΚ είναι η λειτουργία με βάση τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Της δημοκρατικά επεξεργασμένης ενιαίας συγκεντρωτικής κομματικής δουλειάς, άρα του εκλεγμένου κέντρου καθοδήγησης που διασφαλίζει την ενότητα δράσης αλλά και την εξειδίκευση, την προσαρμογή στις όποιες ιδιαιτερότητες υπάρχουν σε τοπικό, ή κλαδικό επίπεδο. Αυτό όμως προϋποθέτει την προσωπική, ατομική ευθύνη των μελών για την εκπλήρωση των συλλογικά παρμένων αποφάσεων, την κριτική και αυτοκριτική.
Ξανά και ξανά επιστρέφουμε στο φλέγων ερώτημα που έθεσε ο Λένιν πριν 120 χρόνια, Τι πρέπει να κάνουμε; Και πάντα η απάντηση είναι μόνο μια: τον δικό μας συλλογικό διανοούμενο και καθοδηγητή, τη δική μας σημαία, το δικό μας επαναστατικό εργατικό Κόμμα. Ένα σύγχρονο, μαχητικό Κομμουνιστικό Κόμμα που θα εμπνέει και που θα τιμά τον τίτλο του στην πράξη.
Η ιστορία δεν τελείωσε, μόλις ξεκίνησε να γράφεται από εμάς.
