Μνήμες του πραξικοπήματος και της εισβολής

Σαν σήμερα, την Τετάρτη 14 Αυγούστου 1974, η Τουρκία προχωρά στη δεύτερη φάση της εισβολής στην Κύπρο, αμέσως μετά το ναυάγιο των συνομιλιών της Γενεύης οι οποίες προηγήθηκαν. Η δε Ελλάδα διά του Καραμανλή αρνείται βοήθεια στον Κληρίδη με το «η Κύπρος κείται μακράν». Οι εισβολείς συνεχίζουν την προέλαση τους με τη συνενοχή των προδοτών. Στη μάχη της Μιας Μηλιάς, όπως και σ’ όλη την έκταση του μετώπου, προδομένοι οι εθνοφρουροί μας εγκαταλείπονται από τους λιποτάκτες χουντικούς αξιωματικούς τους.  Οι περιοχές Μεσαορίας, Καρπασίας, Αμμοχώστου κ.ά. εκκενώνονται και νέες στρατιές προσφύγων προστίθενται στις ήδη υπάρχουσες. Στη 1 μετά το μεσημέρι τουρκικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν αδιακρίτως την πόλη της Αμμοχώστου. Το βράδυ της 15ης Αυγούστου τα τουρκικά στρατεύματα εισήλθαν στην πόλη – φάντασμα της Αμμοχώστου και παρά την έκκληση του ΟΗΕ για κατάπαυση του πυρός μπαίνουν και στη Μόρφου στις 16 του Αυγούστου.

Με την δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής συμπληρώνεται το δίδυμο έγκλημα του προδοτικού πραξικοπήματος και της εισβολής, ολοκληρώνεται η κατοχή του 37% του εδάφους της Κύπρου και ο βίαιος διαχωρισμός της χώρας και του λαού μας. Ο αριθμός των προσφύγων υπολογίζεται σε 200.000 περίπου, ενώ χιλιάδες άλλοι αιχμαλωτίστηκαν και βασανίστηκαν στις φυλακές. Οι νεκροί ξεπέρασαν τις 4.000 και οι αγνοούμενοι τους 1.619 περίπου.

51 χρόνια μετά, ο λαός μας ζει καθημερινά το συνεχιζόμενο ΝΑΤΟϊκό έγκλημα και μετρά ανοικτές πληγές. Το μέγεθος της προδοσίας και εικόνες από τις ημέρες του πραξικοπήματος και της εισβολής, μας μετέφεραν, στην εκδήλωση της Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας η οποία πραγματοποιήθηκε στις 16 Ιουλίου 2025, δύο αγωνιστές της αριστεράς και του λαϊκού κινήματος που έδωσαν μάχες το 1974 ενάντια στους πραξικοπηματίες και τους Τούρκους εισβολείς. Ο Νίκος Χαραλάμπους και ο Tάκης Παπαμιχαήλ βίωσαν με τον χειρότερο τρόπο την φρίκη του πολέμου, καταδιώχθηκαν, βασανίστηκαν, είδαν φίλους και συναγωνιστές να πέφτουν νεκροί στο πεδίο της μάχης, μα δεν λύγισαν.

Ο Νίκος Xαραλάμπους ήταν ένας από τους εκατοντάδες αιχμαλώτους που κατά την διάρκεια της δεύτερης τουρκικής εισβολής τον Αύγουστο του 1974, μεταφέρθηκαν στις τουρκικές φυλακές στα Άδανα, όπου κρατήθηκαν μέσα σε απάνθρωπες συνθήκες, μέχρι να γυρίσουν στην Κύπρο, καταπονημένοι, αλλά και προδομένοι για ακόμα μια φορά από την πολιτεία, που ποτέ δεν αναγνώρισε τις θυσίες τους.

Τις προσωπικές μαρτυρίες των αγωνιστών Νίκου Χαραλάμπους και Tάκη Παπαμιχαήλ τις παραθέτουμε για πρώτη φορά.

Η μαρτυρία του Νίκου Χαραλάμπους

Η εκδήλωση του προδοτικού πραξικοπήματος, δύο ακριβώς χρόνια μετά την απόλυση του από την Εθνική Φρουρά, βρίσκει τον Νίκο Χαραλάμπους στη Λευκωσία, στην οδό Ρηγαίνης, στο κουρείο “Καποδίστρια” (Figaro)  όπου εργαζόταν. Θυμάται να ακούει τις σειρήνες και τις πρώτες ανακοινώσεις από το ραδιόφωνο ότι η Εθνική Φρουρά επενέβη δήθεν για να σώσει την Κύπρο από τον Μακάριο. Μαθαίνει, πηγαίνοντας στο σπίτι του, ότι τον αναζητούσαν ήδη οι πραξικοπηματίες. «Βλέπετε» όπως αναφέρει «ήμουν δηλωμένος αριστερός και ανήκα στο σωματείο  της Αριστεράς στον Άγιο Δομέτιο, στον ΕΑΣ».

Δεν είχε καμιά αμφιβολία για το τι θα ακολουθούσε: επέμβαση – εισβολή της Τουρκίας. Ετοίμασε ήδη τα πράγματα του, βρήκε το φύλλο πορείας του στρατού και περίμενε.

Στην 20 Ιουλίου η Τουρκία υλοποιεί το δεύτερο σκέλος των αμερικανο-νατοϊκών σχεδιασμών κατά της Κύπρου και το δίδυμο έγκλημα ολοκληρώνεται. Η τουρκική εισβολή είναι γεγονός. «Το δεύτερο μαχαίρι» όπως αναφέρει «είναι ακόμη πιο μεγάλο και πολύ πιο αιχμηρό. Χώνεται ακόμη πιο βαθιά στο άτυχο και προδομένο κορμί της Κύπρου μας και φτάνει ίσαμε την καρδιά. Το αίμα ρέει ασταμάτητα». Την ημέρα της εισβολής κατετάγη στο 9ο Τακτικό Συγκρότημα που βρισκόταν πίσω από το Προεδρικό Μέγαρο, στην οδό Προδρόμου, μαζί με άλλους 7  Αηδεμετίτες συγχωριανούς, συμπεριλαμβανομένου του Τάκη Παπαμιχαήλ. Την Κυριακή μεταφέρθηκαν στον Τράχωνα, στο φυλάκιο «7», μαζί με τέσσερις από τους συγχωριανούς του. Θυμάται την κατάσταση στο μέτωπο να αντικατοπτρίζει το μέγεθος της προδοσίας. Στο φυλάκιο υπήρχε ελάχιστος οπλισμός – ένα οπλοπολυβόλο μπρεν με καμιά εκατοστή σφαίρες και ο ατομικός οπλισμός του καθενός: τα Μάουζερ. Δεν υπήρχε καμία ενημέρωση για την κατάσταση στην περιοχή, ούτε βέβαια πού ήταν οι Τούρκοι. Τροφοδοσία, εφοδιασμός ή νερό δεν υπήρχαν. Το φυλάκιο εγκαταλείφθηκε γιατί ήταν στόχος από τους Τούρκους και εγκαταστάθηκαν  λίγα μέτρα πιο πίσω σε διώροφη κατοικία.

Στις 23 Ιουλίου 1974, και ενώ βρίσκονταν στη διώροφη κατοικία, διαπίστωσαν ότι ήταν εγκλωβισμένοι. «Όπως αποδείχτηκε», ανέφερε, «η Τουρκία εκμεταλλεύεται την εκεχειρία και μεταφέρει το προηγούμενο βράδυ νέο στρατό με βαρύ εξοπλισμό (τανκς, κανόνια) στην Κερύνεια και την επαύριο, παραβιάζοντας την εκεχειρία εξαπολύει νέα επίθεση. «Τούρκοι στρατιώτες με Τουρκοκύπριους κρατούσαν σύγχρονα αμερικανικά αυτόματα όπλα και εμείς όπλα του 1940», όπως σημείωσε.

Αρχικά είχαν εντοπίσει μια ομάδα πέντε Τούρκων στρατιωτικών και στη συνέχεια πλησίασε μεγαλύτερη ομάδα των 15-20 Τούρκων στρατιωτών με σημαίες. «Καταλάβαμε ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν την περιοχή και αποφασίσαμε να δώσουμε μάχη για να καθυστερήσουμε την προέλαση τους και συνάμα να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για οπισθοχώρηση, ώστε να ενωθούμε με τους άλλους δικούς μας στρατιώτες». «Οι σφαίρες μας περιορισμένες. Όλες κι’ όλες τρείς γεμιστήρες με ένα μπρεν, ενώ είχαμε να αντιμετωπίσουμε πάνοπλους Τούρκους με τα αυτόματα FN. «Δώσαμε τη μάχη και συνάμα οπισθοχωρούσαμε». Όπως ανέφερε, εκεί βρέθηκαν ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά, εφόσον βρίσκονταν σε ανοιχτό χώρο και έγιναν στόχος και των Τούρκων που προέλαυναν αλλά και των δικών μας δυνάμεων που έβαλλαν κατά των Τούρκων.

Εκεί τραυματίστηκαν δύο συστρατιώτες του, οι Ηλίας και Σωτήρης, οι μόνοι που δεν ήταν συγχωριανοί του, ενώ κατά την οπισθοχώρηση τους εντόπισαν νεκρό τον συγχωριανό του Τάσο Χρυσήλιου. Κατά την οπισθοχώρηση «μας πλησίασε ένας Τούρκος αξιωματικός, τον ξαφνιάσαμε και με νόημα τον καλέσαμε κοντά μας, καθώς θέλαμε να τον πάρουμε όμηρο και να τον χρησιμοποιήσουμε για ασπίδα» είπε, προσθέτοντας ότι «προσπάθησε να μας επιτεθεί και εκεί πλέον ισχύει το γνωστό «ο θάνατος σου η ζωή μου». «Ήταν πόλεμος» , όπως ανέφερε, «εάν δεν τον σκοτώναμε θα μας σκότωνε αυτός». Λίγα μέτρα πιο κάτω βρήκε τον συστρατιώτη και συγχωριανό του Τάσο Χρυσήλιο νεκρό.

Με τους τραυματίες να σέρνονται μετακινήθηκαν ακόμα πιο πέρα πάλι μέσα σε διασταυρούμενα πυρά. Βρήκαν ένα σπίτι και έπεσαν εκεί. Δεν είχαν δυνάμεις αλλά ούτε και πυρομαχικά. Εκεί αποφάσισαν να παραδοθούν σηκώνοντας φανέλα στην ξιφολόγχη του Μάουζερ και υψώνοντας την. Τα πυρά σταμάτησαν και από τις δύο πλευρές και άρχισε η αναμονή. «Πέρασαν σχεδόν δύο βασανιστικές ώρες αναμονής, κι εμείς εκεί, πεσμένοι στη γη, με τη λευκή σημαία στη ξιφολόγχη του όπλου μου», ανέφερε. Εκεί εμφανίστηκαν τρείς Τούρκοι στρατιώτες οι οποίοι όπλισαν για να τους σκοτώσουν. «Τόσο μα τόσο κοντά ήταν εκείνη τη στιγμή  ο θάνατος. Τους σταμάτησε , ευτυχώς για μάς, ο λογαχός τους. Μας έσωσε η λευκή σημαία που κρατούσαμε», σημείωσε.

Ο Νίκος Χαραλάμπους πιάστηκε αιχμάλωτος. Μεταφέρθηκε αρχικά στο «Σαράι» και έπειτα στοιβάχτηκε μαζί με άλλους αιχμαλώτους σε αποβατικές βάρκες και μεταφέρθηκε στα Άδανα. Ακολούθησαν βασανιστήρια, «ξύλο», «σπάσιμο νεύρων», «ψυχολογικός πόλεμος», ελάχιστο φαγητό, πείνα, άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Από τα Άδανα μεταφέρθηκαν έπειτα σε φυλακές στην Αμάσεια.

Τρείς μήνες μετά, στις 25 Οκτώβρη απελευθερώνεται από την αιχμαλωσία. Θυμάται την άφιξη του στη Ξενοδοχειακή Σχολή στο «Φιλοξένια». «Εκεί δάκρυσα» όπως είπε. «Ήταν η μόνη φορά, αφότου ξεκίνησε ο πόλεμος, που έκλαψα. Θα πει κάποιος: Δε φοβήθηκες που σε πιάσανε αιχμάλωτο; Βέβαια φοβήθηκα , αφού γνώριζα ότι την στιγμή εκείνη η ζωή μου κρεμόταν από μια λεπτή, πολύ λεπτή κλωστή» ανέφερε. Είναι όμως άλλο πράγμα, όπως είπε, «να έρχεται μια γυναίκα- κι άλλη – κι άλλη – συνέχεια- να κρατεί την φωτογραφία του συζύγου ή του αρραβωνιαστικού της, του παπά της, του παιδιού της και να ρωτά: «Είδες τον γιε μου τούτον; Που εν που ένι; Είδες τον;….»

Καταλήγοντας ανέφερε ότι «είναι παιδιά του λαού, παιδιά της καθημερινής πάλης, εργαζόμενοι και φοιτητές όλοι όσοι έτρεξαν χωρίς δεύτερη σκέψη να καταταγούν και να υπερασπιστούν την πατρίδα από τον Τούρκο εισβολέα. Πουθενά δεν θα βρει κανείς σε αυτούς γόνους επωνύμων». «Οι προδότες της ΕΟΚΑ Β’», όπως είπε, αντί να σπεύσουν και αυτοί στο μέτωπο, το παίζανε «αστυνόμοι» στη Λευκωσία και σε άλλες πόλεις, μακριά από το μέτωπο ή έκαναν σούβλες στο Τρόοδος… ακόμα και τον Δεκαπενταύγουστο του 1974, τη στιγμή που ο Αττίλας ξεκίνησε, μια μέρα νωρίτερα, την δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής, καταλαμβάνοντας την Αμμόχωστο και Καρπασία προς Ανατολάς και την Μόρφου προς Δυσμάς.» Κι όμως τα «παλληκάρια» της ΕΟΚΑ Β’ «είχαν και τον χρόνο να οργανώσουν απόπειρα δολοφονίας του Βάσου Λυσαρίδη, δολοφονώντας τον Δώρο Λοίζου και τραυματίζοντας τον Β.Λυσαρίδη». «Όταν  χιλιάδες νέοι πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή του μετώπου του Αττίλα, όταν εκατοντάδες από αυτούς έδιναν στον άνισο αυτό αγώνα τη ζωή τους ή τραυματίζονταν στα πεδία των μαχών , η ΕΟΚΑ Β’ συνέχιζε την προδοτική της δράσης.

Όπως σημειώνει στο «Ημερολόγιο ενός Αιχμαλώτου» το οποίο εκδόθηκε το 2023 και καταγράφει ολοκληρωμένη την προσωπική του μαρτυρία, τους τούρκους εισβολείς, «δεν τους έφερε η όμορφη θάλασσα της Κερύνειας, κατά πώς αναρωτιόταν ο Αηδεμετίτης ποιητής Κώστας Μόντης….Τους έφερε η προδοσία της Χούντας και της ΕΟΚΑ Β’. Υπακούοντας στα κελεύσματα των Αμερικανοβρετανών και του ΝΑΤΟ, που για χρόνια πριν απεργάζονταν την διχοτόμηση της Κύπρου».

Η μαρτυρία του Τάκη Παπαμιχαήλ

«Τα βιώματα για όποιον βρεθεί στο πόλεμο, στα πεδία των μαχών, αλλά και οι μνήμες για όσα χρόνια αυτός ζει και αναπνέει είναι πάντοτε οδυνηρά και ουδέποτε διαγράφονται από την μνήμη», ανέφερε κατά την παρέμβασή του στην εκδήλωση, ο Τάκης Παπαμιχαήλ από τον Άγιο Δομέτιο. Όντας έφεδρος, έσπευσε νωρίς το πρωί της 20ής του Ιούλη 1974 να καταταγεί, για να βρεθεί λίγες ώρες αργότερα στην πρώτη γραμμή του μετώπου σε φυλάκιο στον Τράχωνα, βορειοδυτικά της πρωτεύουσας. «Δεν συνηθίζω», είπε, «να μιλώ για τις μέρες εκείνες, όχι μόνο γιατί έρχονται στη σκέψη μας εικόνες φρικτές, νεκροί, τραυματίες και αβάστακτος πόνος, αλλά και γιατί επανέρχεται ζωντανή στη μνήμη μας η τεράστια προδοσία σε βάρος της Κύπρου και του λαού μας. Προδοσία της φασιστικής χούντας των Αθηνών, αλλά και των μίσθαρνων οργάνων και συνοδοιπόρων τους στην Κύπρο, της ΕΟΚΑ Β’». Αποκάλυψε δε ότι για πρώτη φορά μιλούσε δημόσια γι’ αυτά τα βώματα που έζησε πριν 51 χρόνια!

Ο Τάκης Παπαμιχαήλ ξεκίνησε την παρέμβασή του για τις μαύρες εκείνες μέρες με αναφορά στις 14 του Ιούλη 1974, παραμονή του χουντοφασιστικού πραξικοπήματος. «Η ημέρα εκείνη», είπε, «ήταν για μένα σημαδιακή, αφού είχα τα γενέθλιά μου», για να προσθέσει πως εκείνη η ημέρα ήταν όμως σημαδιακή για ακόμη ένα λόγο: «Την ημέρα εκείνη παντρεύετο ένας πολύ καλός μου φίλος στο χωριό Λύση, στην επαρχία Αμμοχώστου», είπε, κι έτσι τα βήματά του τον οδήγησαν εκεί. Στην τελετή του γάμου, γράφοντας το όνομά του στην λευκή μεταξωτή κορδέλα για τους κουμπάρους, πρόσεξε ότι δίπλα από το δικό του όνομα, ήταν το όνομα του Νίκου Σαμψών. Ο οποίος βρέθηκε επίσης στον γάμο και στη διασκέδαση που ακολούθησε, μέχρι τις πρωινές ώρες. «Ο ίδιος Νίκος Σαμψών που την επόμενη μέρα μετά την εκδήλωση του προδοτικού πραξικοπήματος “ορκίστηκε” πρόεδρος της Δημοκρατίας!»

Η εκδήλωση του πραξικοπήματος τον βρίσκει στη δουλειά, κάτι που τον αναγκάζει να επιστρέψει σπίτι, γεμάτος ανησυχία για το τί θα επακολουθούσε. Συνειδητοποιημένος και οργανωμένος στην Αριστερά, ο Τ. Παπαμιχαήλ ανέφερε ότι ανέμεναν ότι θα εκδηλώνετο  πραξικόπημα και τις μέρες εκείνες μετά την επιστολή Μακαρίου στον Γκιζίκη, οι φήμες για επικείμενο πραξικόπημα ήταν ακόμη πιο έντονες. Μάλιστα, όπως αποκάλυψε κατά την ομιλία του, ο ίδιος ήταν μεταξύ εκείνων των Αριστερών και προοδευτικών Μακαριακών που μετείχαν σε ομάδες περιφρούρησης ευαίσθητων χώρων τα βράδια, σε περίπτωση που εκδηλώνετο πραξικόπημα.

Λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης στις κινήσεις τους τις ημέρες που ακολούθησαν, ιδιαίτερα με την επιβολή τις πρώτες ημέρες κατ’ οίκον περιορισμού, πρωί – πρωί του Σαββάτου, 20 του Ιούλη 1974, ξεκινά η τούρκικη εισβολή. Στο κάλεσμα για επιστράτευση, ο Τάκης Παπαμιχαήλ, με άλλους εφτά συγχωριανούς του, όλοι εργαζόμενοι και Αριστεροί, σπεύδει να καταταγεί. Το βράδυ του Σαββάτου διανυκτερεύουν σ’ ένα δημοτικό σχολείο της Λευκωσίας και την επαύριο, Κυριακή, νωρίς το πρωί μεταφέρονται στον Τράχωνα, στο φυλάκιο με την ονομασία «Χοιροστάσιο». Το φυλάκιο εκείνο ήταν ο χώρος δράσης τους για να αναχαιτήσουν τις επιτιθέμενες ορδές του εισβολέα. Ο αγώνας όμως, ήταν άνισος, είπε. Οι δικοί μας στρατιώτες, κληρωτοί και έφεδροι, ήταν λίγοι, πρόσθεσε, με λιγοστά απαρχαιωμένα όπλα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ακόμη πιο λίγα πολεμοφόδια και οι επιτιθέμενοι εισβολείς πολυάριθμοι και πάνοπλοι με σύγχρονα αυτόματα όπλα, αλλά και με βαρύ πυροβολικό πίσω τους, παρέχοντας κάλυψη και διευκολύνοντας την προέλασή τους προς τις δικές μας γραμμές άμυνας.

Ήταν για μας καθαρό, ανέφερε, πως  η άμυνά μας δεν θα άντεχε για πολύ και ότι θα είχαμε σοβαρές απώλειες. Ήδη είχαμε πληροφορηθεί, πρόσθεσε, ότι ο διοικητής του λόχου είχε τραυματιστεί στην παλάμη και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και τη διοίκηση του λόχου ανέλαβε ένας άπειρος δόκιμος ανθυπολοχαγός. Ευτυχώς, είπε, αργότερα μετέφεραν στο φυλάκιό τους μια μικρή ομάδα αστυνομικών, μελών του εφεδρικού Σώματος, τους οποίους τις προηγούμενες μέρες οι πραξικοπηματίες είχαν ρίξει στις φυλακές και αυτοί βοήθησαν όσο μπορούσαν στην άμυνά τους. Ένας στρατιώτης του φυλακίου τραυματίστηκε σοβαρά και με το λαντ ρόβερ που έφερνε τις ενισχύσεις, ο Τ.Παπαμιχαήλ συνόδευσε την μεταφορά του στο νοσοκομείο και αφού τον παρέδωσε επέστρεψε πίσω στο φυλάκιό του.

Κράτησαν μέχρι τις 23 του Ιούλη κι αφού το προηγούμενο βράδυ πληροφορήθηκαν ότι είχε συμφωνηθεί εκεχειρία. Είχαν, όμως, σημαντικές απώλειες, ανέφερε. Ο θάνατος καιροφυλακτούσε, παντού, είπε χαρακτηριστικά. Ο Τούρκοι παραβιάζοντας την εκεχειρία το βράδυ της 22ας Ιουλίου το αξιοποίησαν αποβιβάζοντας στο νησί βαρύ οπλισμό και άνδρες και στις 23 Ιουλίου συνέχισαν τις επιχειρήσεις εναντίον μας. Η υποχώρηση από τις θέσεις μας ήταν πλέον αναπόφευκτη, είπε, προσθέτοντας πως «αν η σχετική διαταγή εδίδετο νωρίτερα, κάτι που οι έφεδροι υποδείκνυαν ενωρίτερα στον επικεφαλής δόκιμο ανθυπολοχαγό, χωρίς όμως να εισακουστούν, σίγουρα οι δικές μας απώλειες θα ήταν λιγότερες».

Προσωπικά, είπε ο Τ. Παπαμιχαήλ, ήταν από τους τυχερούς που έζησε και μάλιστα δεν τραυματίστηκε. Άλλοι, όμως, δεν τα κατάφεραν και πρόσθεσε: «Μετά την υποχώρηση, πήγα σε ένα σπίτι που είχε τηλέφωνο. Ήθελα να κάνω ένα τηλεφώνημα για να μάθω πληροφορίες για την οικογένειά μου, αλλά και τι συμβαίνει στο μέτωπο και πόσο τραγικά ήσαν τα πράγματα. Τηλεφώνησα στον θείο μου, Χρίστο Κουρτελλάρη, βουλευτή και στέλεχο του ΑΚΕΛ, για να με ενημερώσει και να με συμβουλεύσει τι να κάνω. Ο θείος μου ήταν σαφής: Τάκη η Κύπρος έχει προδοθεί από την χούντα και την ΕΟΚΑ Β’. Η εισβολή είναι το δεύτερο σκέλος της ίδιας προδοσίας για να παραχωρηθεί ένα κομμάτι της Κύπρου στην Τουρκία. Στην ερώτησή μου τι να κάνω, μου απάντησε: Βρες τρόπο να προστατεύσεις τον εαυτό σου και να απομακρυνθείς από εκεί, μου είπε.»

Έχοντας πλέον πάρει επιβεβαίωση για την μεγάλη προδοσία σε βάρος της Κύπρου και του λαού μας και ότι η μάχη ήταν χαμένη πριν καν αυτή αρχίσει, ο Τ. Παπαμιχαήλ ανέφερε πως υιοθέτησε τη συμβουλή του θείου του και έφυγε. Πήγε στον Άγιο Δομέτιο, στο σπίτι του, για να μάθει νέα από την οικογένειά του. Οι γονείς και οι αδελφές του ήταν καλά. Αγωνιούσαν όμως όλοι για την τύχη των στρατεύσιμων. Είχε στον πόλεμο τέσσερις αδελφούς και τέσσερις γαμπρούς. Και μέχρι εκείνη την ημέρα δεν γνώριζαν κάτι για την τύχη τους. Ευτυχώς, πρόσθεσε, ήμασταν τυχεροί, αφού στο τέλος η οικογένεια δεν είχε απώλειες.

Κλείνοντας την παρέμβασή του ο Τάκης Παπαμιχαήλ είπε: «Αρκετό καιρό μετά, όταν πλέον η ζωή άρχισε να μπαίνει στη νέα πραγματικότητα μετά το πραξικόπημα και την εισβολή, συναντήθηκα στον Άγιο Δομέτιο με ένα παλιό γνωστό μου, τον Βαγγέλη Τεμπριώτη. Με τον Βαγγέλη ήμασταν μαζί στις ίδιες ομάδες περιφρούρησης, πριν το πραξικόπημα. Ευτυχώς ήταν κι αυτός και η οικογένειά του καλά. Χαιρετιστήκαμε, αγκαλιαστήκαμε και σε κάποια στιγμή μου δίνει ένα χαρτί. Το ανοίγω και βλέπω κάτι ονόματα. Τον ρωτώ τι είναι και μου απαντά πως είναι «Λίστα θανάτου» της ΕΟΚΑ Β’! Την διαβάζω προσεκτικά και ανάμεσά τους, στις πρώτες γραμμές διαβάζω το όνομά μου και το όνομα του θείου μου, Χρίστου Κουρτελλάρη. Στη λίστα ήταν και το δικό του όνομα.».

Και κατέληξε: «Εμείς είμαστε ενάντια στον πόλεμο. Εμείς είμαστε με την ειρήνη και για την ειρήνη αγωνιζόμαστε. Ο πόλεμος σημαίνει καταστροφή, θάνατο, πόνο και μεγάλα κακά στον άνθρωπο και τον τόπο. Εύχομαι αυτά που εμείς είδαμε, αυτά τα τρομακτικά που βιώσαμε και έμειναν ανεξίτηλα στη μνήμη μας, κανείς νεότερος να μην τα ζήσει!».

Ο Νίκος Χαραλάμπους (αριστερά) και ο Τάκης Παπαμιχαήλ (δεξιά) στην εκδήλωση της ΚΠΚ στις 16 Ιουλίου 2025

Στη φωτογραφία ο Νίκος Χαραλάμπους (αριστερά) και ο Τάκης Παπαμιχαήλ (δεξιά) στην εκδήλωση της Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας Κύπρου στις 16 Ιουλίου 2025.

Φωτογραφία ομάδας Κυπρίων αιχμαλώτων στις φυλακές στα Άδανα. Δεύτερος από δεξιά (χωρίς πουκάμισο) είναι ο Νίκος Χαραλάμπους.