Εκδήλωση της ΚΠΚ για τη Συνεργατική Έπαυλη Ονίσιας 

“Στη σημερινή συγκυρία όπου το κράτος αποσύρεται από την κοινωνική αναπαραγωγή και οι αγροτικές κοινότητες εγκαταλείπονται, το παράδειγμα της «Ονίσιας» προσφέρει πολιτικά μαθήματα ότι η λαϊκή εξουσία δεν είναι μόνο στόχος του μέλλοντος, αλλά μορφή που χτίζεται μέσα στον αγώνα του παρόντος”. 

Τα πιο πάνω υπογράμμισε ο Λέανδρος Σαββίδης, Επικεφαλής Γραφείου Πολιτικής Οικονομίας της Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας Κύπρου (ΚΠΚ) στην εκδήλωση που διοργάνωσε η Πρωτοβουλία και ήταν αφιερωμένη στην πρώτη αγροτική κολεκτίβα στην Κύπρο, τη Συνεργατική Έπαυλη «Ονίσιας», επιδιώκοντας να φωτίσει μια σπουδαία σελίδα του λαϊκού κινήματος του τόπου μας. 

Παράλληλα, τιμήθηκε και η μνήμη του οραματιστή Χρίστου Κουρτελλάρη, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη, λαϊκά δικαιώματα και συλλογική πρόοδο. 

Στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε την  περασμένη Παρασκευή 19/9/2025 στο Πολιτιστικό Κέντρο «Σάββα και Βάσως Δημάδη» στη Λευκωσία, ο Λ. Σαββίδης ανέπτυξε το ιστορικό πλαίσιο της Ονίσιας και το πολιτικό διακύβευμα της εποχής, ενώ ο Πρόεδρος της Συνεργατικής Έπαυλης Ονίσιας, Κύπρος Κουρτελλάρης αναφέρθηκε σε ιστορίες από τη ζωή στην Έπαυλη. Από την πλευρά του ο Άντρος Ιωάννου, μέλος του Γραφείου Πολιτικής Οικονομίας της ΚΠΚ ανέλυσε το θέμα «Ο Συνεργατισμός στην εποχή της ΕΕ και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής ΚΑΠ». 

Εξαίροντας τη δράση του Χρ. Κουρτελλάρη, ο Λ. Σαββίδης, επεσήμανε πως μαζί με άλλους 29 απόστρατους συμπολεμιστές του, όπου υπηρέτησαν ως εθελοντές στον αντιφασιστικό αγώνα, επέστεψε το 1946 με το όραμα για έναν τόπο στον οποίο η εργασία, η κοινοτική ζωή και η αλληλεγγύη θα δημιουργούσαν πολιτική παρακαταθήκη και ένα καλύτερο αύριο για την εργατική τάξη και τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. 

‘Εκανε το όραμα πραγματικότητα ιδρύοντας τη “Συνεργατική Έπαυλη Ονίσιας Λτδ” στο Δικώμο – έναν πρωτοποριακό γεωργοκτηνοτροφικό συνεταιρισμό που έγινε παράδειγμα συλλογικής οργάνωσης. Ο Χρίστος Κουρτελλάρης ως ιδρυτικό μέλος και γενικός γραμματέας της Ένωσης Κυπρίων Αγροτών, διαμόρφωσε την αγροτική πολιτική της Κύπρου για δεκαετίες. Η πολιτική του πορεία τον οδήγησε στη Βουλή των Αντιπροσώπων ως βουλευτή Κερύνειας με το ΑΚΕΛ, από όπου συνέχισε να υπερασπίζεται τα δικαιώματα των εργαζομένων και των αγροτών. 

Σύμφωνα με τον εισηγητή, η Ονίσια δεν περιορίστηκε στην κάλυψη άμεσων αναγκών επιβίωσης αλλά εξελίχθηκε σε έναν ολοκληρωμένο λαϊκό οργανισμό τοπικής ανάπτυξης. Ο συνεταιρισμός παρείχε φτηνά δάνεια και εφόδια, λειτουργούσε ως κέντρο εμπορίας προϊόντων και διανομής πόρων, είχε ιδιόκτητο φορτηγό, αποθηκευτικούς χώρους και διατηρούσε εμπορικές σχέσεις με άλλες κοινότητες. Οργανώθηκε επίσης σε πολιτιστικό και κοινωνικό επίπεδο, παρέχοντας στήριξη στα μέλη του και ενισχύοντας τη συλλογική ταυτότητα. 

Οι αγροτικές κολεκτίβες στην Κύπρο ήταν πολιτικά μορφώματα, αποτέλεσμα της συνάντησης μεταξύ της κοσμοαντίληψης του διεθνούς εργατικού κινήματος και της τοπικής ανάγκης για κοινωνική επιβίωση. Όπως τόνισε ο Λ. Σαββίδης, αυτές εμφανίστηκαν σε μια κρίσιμη περίοδο της κυπριακής ιστορίας, όταν η τοπική κοινωνία επιχειρεί να απαντήσει στις υλικές και πολιτικές πιέσεις του αποικιοκρατικού καθεστώτος. Σε αυτό το πλαίσιο, οι κολεκτίβες μπορούν να ιδωθούν ως μορφές «υβριδικής» ταξικής υποκειμενικότητας: δηλαδή, ως θεσμοί που συνδύαζαν τη συλλογική επιθυμία για υπέρβαση του καπιταλισμού, όμως με υλικά τις υφιστάμενες μορφές αγοράς και ιδιοκτησίας. 

Φτώχεια, χρέος και αποικιοκρατική καταπίεση 

Ο Λ. Σαββίδης κάνοντας μια ιστορική αναδρομή στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, σημείωσε πως η Κύπρος ήταν μια τυπική αγροτική αποικία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Περίπου το 80% του πληθυσμού εξαρτιόταν άμεσα από τη γεωργία για την επιβίωσή του, ενώ το κράτος λειτουργούσε αποκλειστικά ως μηχανισμός εκμετάλλευσης. Οι Βρετανοί αποικιοκράτες απομυζούσαν τον αγροτικό πληθυσμό μέσω ενός δυσβάσταχτου φορολογικού συστήματος – το οποίο αντλούσε πάνω από το 50% του συνολικού προϋπολογισμού του 1896–97 από φόρους που πλήρωναν οι αγρότες. 

Ταυτόχρονα, η τοκογλυφία αποτελούσε τον βασικό μηχανισμό καθημερινής οικονομικής καταπίεσης. Επικαλούμενος αποικιακές εκθέσεις και μαρτυρίες της εποχής ανέφερε ότι  η εμπορική ελίτ και οι μεγαλογαιοκτήμονες δάνειζαν σπόρους ή χρήμα με εξοντωτικούς όρους, απαιτώντας επιστροφή της παραγωγής με τοκογλυφικά περιθώρια επί του πραγματικού κόστους. Οι αγρότες εγκλωβίζονταν σε έναν φαύλο κύκλο χρέους, αναγκαστικής εργασίας, εξώσεων και μεταναστεύσεων, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται παραδοσιακοί κοινοτικοί δεσμοί, και να βυθίζονται ολόκληρες κοινότητες σε κοινωνική και ψυχολογική απόγνωση. 

Η αποικιακή οικονομία της Κύπρου, όπως είπε, βασιζόταν σε ένα καθεστώς άνισης ανταλλαγής, όπου τοπικές πρώτες ύλες και γεωργικά προϊόντα εξάγονταν φθηνά προς τη μητρόπολη, ενώ η ντόπια αγροτιά βίωνε εντεινόμενη φτώχεια και υπανάπτυξη.  

Σε αυτό το πλαίσιο, οι συνεργατικοί θεσμοί —όπως η Ονίσια— υπογράμμισε, δεν ήταν απλώς μηχανισμοί τοπικής επιβίωσης, αλλά μορφές αντίστασης απέναντι στην αποικιακή και καπιταλιστική αποδιάρθρωση. Λειτουργούσαν ως πεδία διατήρησης της κοινωνικής συνοχής και έκφρασης ενός εναλλακτικού τοπικού ελέγχου των πόρων. 

 

Ονίσια: ‘Εμπρακτη διεκδίκηση της λαϊκής κυριαρχίας από τα κάτω 

Ως εκ τούτου, η ίδρυση των κολεκτίβων  εξέφρασε την έμπρακτη διεκδίκηση της λαϊκής κυριαρχίας από τα κάτω, μέσω της συλλογικής διαχείρισης των πόρων, της ισότιμης λήψης αποφάσεων και της εργασίας για το κοινό συμφέρον.  

Η Ονίσια, σύμφωνα με τον ομιλητή, δημιουργήθηκε ως πολύ-λειτουργική κοινοτική εταιρεία: παρείχε δανεισμό με «δίκαιους όρους», διέθετε προϊόντα των μελών της χωρίς μεσάζοντες, προσέφερε αγροτικά εφόδια και οργανωνόταν με δημοκρατικό τρόπο από τα ίδια τα μέλη της, στη βάση της αρχής «ένα μέλος – μία ψήφος». 

Όσον αφορά στη σύνθεση τους, οι πρωτεργάτες της Ονίσιας ήταν άνθρωποι των λαϊκών στρωμάτων: αγρότες, εργάτες, τεχνίτες και δάσκαλοι, κυρίως από το Ριζοκάρπασο και τη γύρω περιοχή, που επιδίωξαν να σπάσουν την εξάρτηση από τοκογλύφους και εμπορικούς μεσάζοντες, διεκδικώντας πρόσβαση σε λιπάσματα, σπόρους, εργαλεία και χρηματοδότηση με δίκαιους όρους. 

Ο Λ. Σαββίδης, χαρακτήρισε τη μορφή που έλαβε η Ονίσια λαϊκής οικονομικής αντίστασης, με στοιχεία λαϊκής δημοκρατίας και εργατικού ελέγχου. Αντανακλούσε, πρόσθεσε, την προσπάθεια συγκρότησης μιας εναλλακτικής οικονομικής και κοινωνικής λογικής, πέρα από το κράτος και την αγορά. 

Διευκρίνισε παράλληλα, πως η Ονίσια δεν ήταν ποτέ ένα σοσιαλιστικό εγχείρημα με την αυστηρή, συστημική έννοια του όρου και δεν υπήρχε “σοβιετικό” μοντέλο. Ωστόσο, ακριβώς επειδή προέκυψε αυθόρμητα μέσα από τις ανάγκες της εργαζόμενης αγροτιάς και τις υλικές της συνθήκες, μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια μορφή κοινοτικής-ταξικής αντίστασης, που εν μέρει υπερέβαινε τις κυρίαρχες λογικές της αγοράς και του ατομικού συμφέροντος. 

Οι πρωτεργάτες της Ονίσιας συμμετείχαν σε γεωργικές ενώσεις, συνδικάτα και μορφωτικά σωματεία· διέθεταν οργανωτική εμπειρία, ταξική συνείδηση και βαθιά επιθυμία για αξιοπρέπεια και αυτονομία μέσα στην κοινότητά τους. 

Συνεπώς, επεσήμανε, «η Ονίσια δεν μπορεί να ειδωθεί απλώς ως μια “εναλλακτική επιχείρηση”. Ήταν μια ιστορική μορφή κοινωνικής οργάνωσης από τα κάτω, που ενσωμάτωνε στοιχεία της επαναστατικής δυναμικής του λαϊκού κινήματος της εποχής. Αν και δεν ανέτρεψε την καπιταλιστική και αποικιοκρατική τάξη πραγμάτων, σημείωσε, έθεσε τις βάσεις για μια προπαιδεία λαϊκής εξουσίας — ταξικής, κοινοτικής και δημοκρατικής». 

Η Ονίσια επεσήμανε, αναπτύχθηκε σε ένα πολυδιάστατο κέντρο πολιτισμού, εκπαίδευσης και πολιτικής μόρφωσης, με την οργάνωση μαθημάτων, εξασφάλιση βιβλίων και διαμόρφωνε τις ηθικές και παιδαγωγικές βάσεις της κοινωνίας. 

 Ωστόσο, όπως είπε, παρά την πρωτοποριακή της φύση, η Ονίσια δεν ήταν χωρίς αντιφάσεις, σημειώνοντας χαρακτηριστικά την πολιτική εξάρτηση από το αποικιακό καθεστώς, την έλλειψη στρατηγικής ταξικής ηγεμονίας και τη θεσμική γραφειοκρατικοποίηση. 

Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις άλλες κολεκτίβες που αναπτύχθηκαν σε Περβόλια, Κούκλια, και Αυγούρου, οι οποίες όπως είπε, δεν κατάφεραν να διατηρηθούν μακροπρόθεσμα, με σύντομη αναφορά στα προβλήματα που είχαν προκύψει για την κάθε κολεκτίβα ξεχωριστά.  

Το συμπέρασμα που εξάγεται, σημείωσε είναι πως χωρίς επαναστατική εξουσία και χωρίς κεντρική πολιτική στήριξη, οι λαϊκοί θεσμοί παραμένουν ευάλωτοι στις πιέσεις της αγοράς. «Η κατάργηση του άμεσου εργοδότη, δεν ισοδυναμεί με κατάργηση του καπιταλισμού».  

Οι κολεκτίβες ήταν πρόδρομοι λαϊκής εξουσίας 

Παρότι οι κολεκτίβες δεν πέτυχαν να πραγματώσουν ένα σοσιαλιστικό μέλλον, δεν αναιρεί τη σημασία τους ως “πρόδρομων μορφών” λαϊκής εξουσίας, ούτε ακυρώνει τη στρατηγική τους αξία στο πλαίσιο ενός ευρύτερου ταξικού κινήματος. 

Η Ονίσια, όπως υπογράμμισε ο Λ. Σαββίδης, μπορεί να ιδωθεί ως μορφή καθημερινής αντίστασης απέναντι στους κυρίαρχους θεσμούς, μια υλική και ηθική αμφισβήτηση που δεν εκφράστηκε μέσω άμεσης σύγκρουσης με το αστικό κράτος, αλλά μέσω της οικοδόμησης εναλλακτικών μορφών ζωής, παραγωγής και αλληλεγγύης. Πρέπει σημείωσε να αναδεικνύοντες τέτοιες εμπειρίες όχι ως μουσειακά κατάλοιπα, αλλά ως εργαλεία πολιτικής εμπειρίας και στρατηγικού αναστοχασμού, και θεμέλια ταξικής αντεπίθεσης.

Το καθήκον του λαϊκού κινήματος σήμερα, κατέληξε, δεν είναι να αναπαράγει τις μορφές, αλλά να συνεχίσει το περιεχόμενο: οργάνωση, ενότητα των λαϊκών στρωμάτων στον αγώνα, συλλογικότητα, αμφισβήτηση της αστικής εξουσίας και δίνοντας αυτοπεποίθηση για τους αγώνες που έχουμε μπροστά μας, μέχρι την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. 

Ιστορίες από τη ζωή στην Ονίσια – Εισήγηση του Κύπρου Κουρτελλάρη

Στην συνέχεια της εκδήλωσης ακολούθησε η ομιλία του Κύπρου Κουρτελλάρη, Προέδρου της Συνεργατικής Έπαυλης Ονίσιας, με θεματική τις ιστορίες από τη ζωή στην Ονίσια όπου μοιράστηκε προσωπικές μνήμες και ιστορίες από την κοινωνική ζωή στην κολεκτίβα.

Η Ονίσια ιδρύθηκε το 1946 ως πρωτοποριακό συνεργατικό εγχείρημα από απόστρατους που οραματίστηκαν μια κοινότητα βασισμένη στην αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα και την ισότητα. Όπως ανέφερε, χαρακτηριστικά, ζωή σε πλήρη ένταση και δράση οι Ονισιώτες και Οισιώτισσες ζήσανε τα πρώτα 18 χρόνια. Από το 1946 ίσαμε τα μέσα του 1964. Από κει και μετά, ίσαμε το 1974, η ζωή των Ονισιωτών άλλαξε, αφού οι πλείστοι μετακόμισαν στο γειτονικό Δίκωμο και κάποιοι άλλοι μετακόμισαν πιο μακριά. Στην περίοδο αυτή, βέβαια, ένα μέρος της οικονομικής δραστηρότητας της Συνεργατικής μας Έπαυλης συνέχισε να λειτουργεί, πλην όμως με αυξανόμενα πτωτική, τάση, ενώ μετά το 1974 και την πλήρη κατάληψη των εγκαταστάσεων και περιουσιακών στοιχείων της Έπαυλης, αλλά και την προσφυγοποίηση του συνόλου των Ονισιωτών, σκορπίζοντάς τους σε πολλές περιοχές του νησιού μας, παρέμεινε ένα πολύ μικρό κομμάτι των οικονομικών δραστηριοτήτων. Αυτό των μεταφορών και εμπορίας πετρελαιοειδών, το οποίο σταδιακά έσβηνε, κλείνοτας τον κύκλο ζωής του αρχές της δεκαετίας του ’90.

Ο Κύπρος Κουρτελλάρης περιέγραψε την Ονίσια ως μια διαφορετική μορφή κοινωνίας, όπου οι άνθρωποι ζούσαν, εργάζονταν και διασκέδαζαν συλλογικά. Οι σχέσεις των μελών θύμιζαν οικογένεια – όλοι οι ενήλικες ήταν “θείοι” και “θείες” για τα παιδιά. Στη συλλογική ζωή κυριαρχούσε η αλληλοϋποστήριξη, ενώ η κολεκτίβα εφάρμοσε σχέδια πρωτοποριακά για την εποχή. Κατοχύρωσε την εργασία για όλους, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, την πληρωμένη άδεια ασθενείας, την κατοχύρωση του χρόνου ξεκούρασης και την -πρακτικά δωρεάν- διασφάλιση της στέγης για όλα τα μέλη και τις οικογένειές τους.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην παιδική ηλικία και την καθημερινότητα των παιδιών. Η κολεκτίβα διέθετε μία γυναίκα που διαδραμάτιζε το ρόλο της νηπιαγωγού και φροντίστριας των πιτσιρικάδων, για να μπορούν όσες μητέρες θέλανε, να μπουν στην παραγωγή.  Έτσι, φρόντιζε τα προσχολικά παιδιά, τα οποία περνούσαν τη μέρα τους σε μια μορφή παιδικού σταθμού, όπου έπαιζαν και προετοιμάζονταν για το σχολείο. Η ίδια ομάδα παιδιών συνέχιζε και στο δημοτικό σχολείο στο Δίκωμο στο οποίο μετέβαιναν με αυτοκίνητο της κολεκτίβας. Όπως είπε, «σαν ομάδα επιστρέφαμε πίσω και σαν ομάδα διαβάζαμε, με την επίβλεψη της γυναίκας που έπαιζε το ρόλο της φροντίστριας των παιδιών και η οποία μεριμνούσε να κάνουν όλα τα μαθήματά τους. Προς το σκοπό αυτό, μάλιστα, επειδή τα παιδιά ολοένα και αυξάνονταν, η γυναίκα που μας φρόντιζε εφάρμοσε μια πρωτότυπη μέθοδο βοήθειας: Ανέθετε στο μεγαλύτερο παιδί κάθε οικογένειας να βοηθά τα μκρότερα αδέλφια του στο διάβασμα, ώστε να μοιράζεται η εργασία και να είναι σίγουρη ότι την άλλη μέρα θα πάνε στο σχολείο όλα τα παιδιά διαβασμένα και προετοιμασμένα για την επόμενη σχολική μέρα.». Βιώναμε έτσι στην πράξη, όπως ανέφερε, μια από τις βασικές αρχές της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας όπου «δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το είναι τους μα, αντίθετα, το κοινωνικό είναι τους καθορίζει τη συνείδηση τους».

Οι συλλογικές δραστηριότητες δεν περιορίζονταν στα παιδιά. Όλοι μαζί –μικροί και μεγάλοι– συμμετείχαν στις αγροτικές εργασίες, στις γιορτές, αλλά και στις στιγμές ξεκούρασης, με μουσική, χορό και τραγούδι. Οι εορτασμοί, όπως η Πρωτοχρονιά και η Καθαρά Δευτέρα, γίνονταν με ομαδικές συνεστιάσεις και επισκέψεις από τα γύρω χωριά.

Ιστορία έγραψε η Ονίσια και στις σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι εργάζονταν μαζί, ενώ διατηρούνταν σχέσεις εμπιστοσύνης και ειρηνικής συνύπαρξης. Σε περιόδους έντασης, όπως το 1958 και το 1964, Τουρκοκύπριοι κάτοικοι γειτονικών κοινοτήτων παρενέβησαν για να προστατεύσουν τους Ονισιώτες. Το 1958, όπως σημείωσε, ομάδα της ΤΜΤ ήθελε να πάει στην Ονίσια για βιαιοπραγίες και ο κοινοτάρχης της Αγύρτας στάθηκε ανάχωμα, εμποδίζοντάς τους να κοντέψουν στην περιοχή μας, υποδεικνύοντάς τους ότι η Ονίσια και οι Ονισιώτες δίνουν στους Τουρκούπριους δουλιά και ψωμί. Παρόμοια ιστορία έγινε και το 1964, όπου απήχθη από Τούρκους στασιαστές μέλος της Κολεκτίβας, ο Γιαννής Κ. Χαραλαμπής, και η κινητοποίηση των Τουρκοκυπρίων της Αγύρτας έφερε τελικά την απόλυσή του.

Η ομιλία έκλεισε με μια χιουμοριστική αλλά και συγκινητική αφήγηση για την επίσκεψη Άγγλων στρατιωτών στην Ονίσια τον Απρίλη του 1956, αναζητώντας τον δραπέτη τότε Γ.Γ. του ΑΚΕΛ, Ε.Παπαϊωάννου, ο οποίος είχε αποδράσει από το νοσοκομείο, όπου μεταφέρθηκε κάποιες μέρες νωρίτερα από τις φυλακές, προσποιούμενος τον βαριά άρρωστο.  Εξάλλου, μεταξύ των 135 στελεχών του ΑΚΕΛ που συλλάβανε οι Άγγλοι όταν έθεσαν εκτός νόμου το ΑΚΕΛ, ήταν και ο πρόεδρος της Κολεκτίβας, Χρίστος Κουρτελλάρης και οι Άγγλοι γνωρίζανε πολύ καλά τη σχέση της Ονίσια με το ΑΚΕΛ, γι’ αυτό και έψαχναν τον Παπαϊωάννου  στην Ονίσια, ο οποίος βεβαίως δεν ήταν εκεί, αλλά αυτοί δεν το γνώριζαν.  

Ένα μικρό παιδί, ο Βλαδίμηρος, 5-6 ετών, τούς “ξεγέλασε” λέγοντας τους ότι είδε κάποιον μακριά προς το βουνό, οδηγώντας τους προς εκεί, δείχνοντας το πνεύμα αλληλεγγύης και πονηριάς που χαρακτήριζε την κοινότητα.

Η ΕΕ άλεσε και χάρισε τον Συνεργατισμό στο τραπεζικό κεφάλαιο  

Ακολούθησε εισήγηση από το μέλος του γραφείου Πολιτικής Οικονομίας της ΚΠΚ, Άντρου Ιωάννου, για τον Συνεργατισμό στην εποχή της ΕΕ και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Ο Α.Ιωάννου ανέλυσε την πορεία του Συνεργατισμού, σημειώνοντας πως χάρη στη δράση φωτεινών πρωτοπόρων, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα έκαναν την εμφάνιση τους στην Κύπρο, τα πρώτα ταμιευτήρια και Συνεργατικές Ενώσεις παραγωγών, παντοπωλείων και οι πρώτες Πιστωτικές εταιρείες.  

Όπως είπε, ο Συνεργατισμός λειτούργησε με μεγάλο βαθμό κοινωνικά και γεωγραφικά για τη στήριξη των λαϊκών μαζών και έγινε ένα με τη συνείδηση της πλειοψηφίας του λαού. 

Η στρατηγική επιλογή της κυρίαρχης αστικής τάξης για ένταξη στην ΕΕ από το 1995 εγκρίθηκε και από το ΑΚΕΛ, που με βάση τη συνεδριακή του απόφαση προσδοκούσε, από την ένταξη, την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος, την προστασία της μικτής οικονομίας, του Συνεργατισμού, του ιστορικού κινήματος γύρω του και άλλων λαϊκών κατακτήσεων των εργαζομένων όπως η AΤΑ. Αντικειμενικά, σύμφωνα με τον Α. Ιωάννου αυτές οι προσδοκίες αποδείχτηκαν φρούδες ελπίδες, καθότι η μυλόπετρα της «ενωμένης» αγοράς κεφαλαίου με τους θεσμούς και τις πολιτικές της ΕΕ  -άλεσε και χάρισε στο τραπεζιτικό κεφάλαιο τον Συνεργατικό Πιστωτικό τομέα. 

Από την ιστορία του Συνεργατισμού ξεχωρίζει η περίοδος που οδήγησε στο ξεπούλημα και στην τελική του διάλυση, όπως επιθυμούσε για χρόνια η κυρίαρχη αστική τάξη και οι ανταγωνιστές του. 

Υπενθύμισε το Μνημόνιο Συναντίληψης που συμφωνήθηκε προκαταρκτικά το 2012 και υπογράφηκε το 2013 μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας από τη  μια και των Τρόικα, ΕΕ-ΔΝΤ, από την άλλη για δημοσιονομική εξυγίανση και αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα. 

Προβαίνοντας σε μια αναδρομή των δραματικών στιγμών της εποχής, υπενθύμισε ότι η βουλή ενέκρινε την επίσημη μεταφορά των αρμοδιοτήτων αδειοδότησης και εποπτείας του Συνεργατισμού από Κυπριακά χέρια στην Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Ευρωσύστημα. Με τον τρόπο αυτό και μέσω του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΕΜ), την εποπτεία της ΚΣΤ και των συνδεδεμένων με αυτήν ΣΠΙ ανέλαβε η ΕΚΤ. Αποτέλεσμα, ανέφερε, ήταν πως ο Συνεργατισμός, το μόνο ίδρυμα που δεν εκτέθηκε σε τοξικά ομόλογα, όπως οι υπόλοιπες τράπεζες ενώ, τα πλείστα ΣΠΙ είχαν ευρωστία, να θεωρηθεί ότι αντιμετώπιζε σοβαρά ελλείμματα και να χρειάζεται κρατική στήριξη με κονδύλια. 

Μέσω της αναδιάρθρωσης, μείωσης του κόστους και κλείσιμο των συνεργατικών που επιβλήθηκαν από το Μνημόνιο, λόγω της έκθεσης της επενδυτικής εταιρείας κολοσσού στην διαχείριση πιστωτικών κινδύνων και κερδοσκοπίας, PIMCO, επήλθε το ξεπούλημα και η διάλυση του Συνεργατισμού σε βάρος των λαϊκών νοικοκυριών. Και αυτό γιατί η Pimco και η Altamira, είχαν σχέση επενδυτή και διαχειριστή στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. 

Ο Α. Ιωάννου εξέφρασε έντονο προβληματισμό για προσπάθειες που καταβάλλονται για την ίδρυση νέας Συνεργατικής Τράπεζας, αφού είναι παντελώς ανέφικτο μέσα στη λυκοσυμμαχία της ΕΕ η όποια τράπεζα ανεξαρτήτως ονομασίας να διατηρεί τα βασικά χαρακτηριστικά των Συνεργατικών ιδεών, της αλληλοβοήθειας, της ισότητας, της στήριξης των αδύναμων μαζών, την ίδια στιγμή που θα ελέγχεται από τα κριτήρια της τραπεζικής κερδοφορίας, της κεφαλαιουχικής επάρκειας της ΕΚΤ και των διεθνών τραπεζικών συνθηκών.  

Η ΚΑΠ οδήγησε στο ξεκλήρισμα των πιο αδύναμων παραγωγών 

Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην επιβολή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) με την ένταξη μας στην ΕΕ, σημειώνοντας ότι  ο αγροτικός τομέας οδηγήθηκε σε βαθύτατο μετασχηματισμό προς όφελος των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων και σε βάρος των τοπικών παραγωγών. 

Η ΚΑΠ, όπως είπε, διέλυσε χιλιάδες μικρές και μεσαίες εκμεταλλεύσεις, κατήργησε κάθε προστατευτικό πλαίσιο για τον αγρότη, μετέτρεψε τη γεωργία σε πλήρως εμπορευματοποιημένο τομέα και οδήγησε σε ξεκλήρισμα των πιο αδύναμων παραγωγών που δεν άντεξαν στον ανταγωνισμό της ενιαίας αγοράς. Το αγροτικό εισόδημα συρρικνώθηκε, η καλλιεργούμενη γη εγκαταλείφθηκε μαζικά, ο πληθυσμός της υπαίθρου γέρασε και οι κοινότητες αποδεκατίστηκαν. Η παραγωγή και η γεωργική γη  συγκεντρώθηκαν στα χέρια των λίγων. 

Σύμφωνα με τον Α. Ιωάννου η ΚΑΠ προώθησε περαιτέρω την εμπορευματοποίηση της αγροτικής παραγωγής στην Κύπρο, η οποία πλέον αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα για την αγορά, παρά ως μέσο επιβίωσης και στήριξης της αγροτικής οικογένειας. 

Συνοψίζοντας, τόνισε ότι η εφαρμογή της ΚΑΠ στην Κύπρο λειτούργησε ως μηχανισμός εμπορευματοποίησης και καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης της γεωργίας. Οι μικρομεσαίοι αγρότες – η παραδοσιακή αγροτιά – υπέστησαν τις συνέπειες: πολλοί εκτοπίστηκαν από την παραγωγή, όσοι απέμειναν εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις επιδοτήσεις για να επιβιώσουν, και οι κοινότητες της υπαίθρου φθίνουν. Την ίδια στιγμή, μια μειοψηφία μεγαλύτερων εκμεταλλεύσεων ενισχύθηκε και ενσωματώθηκε καλύτερα στις αγορές. 

Το πρόγραμμα της εκδήλωσης έκλεισε με σύντομη συζήτηση και καλλιτεχνική παρέμβαση από τον σ. Στυλιανό Σωκράτους.