Oμιλίες του Επικεφαλής και του μέλους του Ιδεολογικού Γραφείου, Αλέξη Αντωνίου και Ναταλίας Χαραλάμπους, στην εκδήλωση για την εξέγερση των Οκτωβριανών στην Κύπρο το 1931

Aκολουθεί αυτούσια η ομιλία του Επικεφαλής του Ιδεολογικού Γραφείου της ΚΠΚ για την εξέγερση των Οκτωβριανών στην Κύπρο με έμφαση στην κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της εποχής:

“Οι αντικειμενικές συνθήκες για τα Οκτωβριανά

Σύμφωνα με τους ίδιους τους Βρετανούς, αλλά και ιστορικούς της αποικιοκρατίας, η Κύπρος ήταν από τα πιο ήσυχα μέρη της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, και οι Βρετανοί δεν είχαν σε κάποια υπόληψη το μέσο Κύπριο ως υποκείμενο επαναστατικό. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι η προηγούμενη φορά που το νησί συγκλoνίστηκε από εξεγέρσεις ήταν το 1833 επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, 100 σχεδόν χρόνια από τα γεγονότα του 1931. Άρα τι ήταν αυτό που άλλαξε και που προκάλεσε τόσο σφοδρή σύγκρουση του πληθυσμού με την αποικιοκρατική εξουσία, σχεδόν στο σύνολο της επικράτειας του νησιού;

Η παραδοσιακή αστική ιστοριογραφία προσπαθεί να παρουσιάσει τα γεγονότα ως εν πολλοίς ευθυγραμμισμένα με τα γεγονότα του 1955-59, μέσα από το πρίσμα των εθνικών πόθων των Κυπρίων για Ένωση. Για παράδειγμα, οι Χόλλαντ και Μαρκίδης θεωρούν τα Οκτωβριανά ως μια «αυθόρμητη εθνικιστική έκρηξη» που εν τέλει εδραίωσε την κυριαρχία της Εκκλησίας επί του εθνικιστικού κινήματος ως η φωνή υπέρ της Ένωσης, παρόλο που τα γεγονότα του 1931 αναχαίτισαν την πολιτική εξέλιξη του νησιού για τις επόμενες δύο δεκαετίες, καταστέλλοντας κάθε νόμιμη πολιτική έκφραση. Όμως σύμφωνα με Επιστολή του Άγγλου Κυβερνήτη Σερ Μάλκολμ Στήβενσον προς τον Άγγλο Υπουργό Αποικιών τον Δεκέμβριο του 1925, «Το κίνημα για ένωση με την Ελλάδα πιθανότατα ποτέ στην ιστορία της Κύπρου από την βρετανική κατοχή το 1878 δεν βρισκόταν σε τόσο χαμηλό επίπεδο.» Άρα οι εθνικοί πόθοι των Κυπρίων τότε έπαιξαν ή δεν έπαιξαν ρόλο στο ξέσπασμα και την ένταση της εξέγερσης;

Τα Οκτωβριανά ήταν όντως μια λαϊκή εξέγερση των λαϊκών και εργατικών στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου όπου για περίπου 2 εβδομάδες συγκρούστηκαν με την Βρετανική αποικιοκρατική κυβέρνηση και μέτρησαν θύματα. Όμως ηγετική δύναμη στην εξέγερση ήταν η ανερχόμενη και υπό διαμόρφωση αστική τάξη που άρχιζε να έχει αυξημένη συνείδηση των συμφερόντων της και της ύπαρξης της ως τάξη, τα συνθήματα και η ιδεολογία της οποίας ήταν που κυριάρχησαν, ειδικά στα αστικά κέντρα.

Προφανώς και η αστική τάξη, ειδικά το 1931, δεν είναι κάτι ενιαίο, ούτε και τα συμφέροντα της τα αντιλαμβανόταν ως ενιαία και απόλυτα εχθρικά προς τις επιδιώξεις της Βρετανικής αποικιοκρατίας. Και όπως θα δούμε στη συνέχεια, η παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα που βγήκε στο προσκήνιο, πολλούς έκαναν να αναθεωρήσουν το τί και το πώς επιδιώκουν και εξυπηρετούν τα συμφέροντα τους μέσα στα πλαίσια της Αγγλικής αποικιοκρατίας.

Στα πλαίσια της σημερινής ομιλίας δεν θα μπορέσουμε προφανώς να παραθέσουμε όλο το παρασκήνιο και τα γεγονότα των Οκτωβριανών. Όμως θα προσπαθήσουμε επιγραμματικά να τονίσουμε κάποια σημαντικά γεγονότα που θα φωτίσουν τις κοινωνικές δυνάμεις και το πώς έδρασαν στα γεγονότα του 1931. Το πιο σημαντικό όμως είναι ποια τα αίτια των Οκτωβριανών και τι αποτέλεσμα είχαν για το λαό μας. Μπορούμε να βγάλουμε πιο γενικά συμπεράσματα από τα γεγονότα;

Ιστορικό Υπόβαθρο: Οι Ταραχές του Οκτωβρίου 1931

Η Κύπρος, που έως τότε αποτελούσε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μετατράπηκε σε βρετανικό προτεκτοράτο το 1878. Σύμφωνα με τη Σύμβαση της Κύπρου, το νησί παρέμενε τυπικά υπό οθωμανική επικυριαρχία, αλλά όλη η εξουσία μεταβιβάστηκε στον Βρετανό Ύπατο Αρμοστή. Η αλλαγή, ωστόσο, δεν οδήγησε σε εκσυγχρονισμό του απαρχαιωμένου διοικητικού συστήματος. Παρά ορισμένους εκσυγχρονισμούς στο δικαστικό σύστημα και την εισαγωγή περιορισμένου συντάγματος, η έμφαση της βρετανικής διοίκησης παρέμεινε στη διατήρηση του status quo και όχι στον ουσιαστικό μετασχηματισμό του οθωμανικού συστήματος.

Με την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, η Κύπρος θα προσαρτηθεί μονομερώς από το Ηνωμένο Βασίλειο και επισημοποιήθηκε με τη Συνθήκη της Λοζάνης το 1923. Μέχρι το 1925, χρονιά που η Κύπρος ανακηρύχθηκε Αποικία του Στέμματος, το κυπριακό σύνταγμα του 1882, φαινόταν ήδη απαρχαιωμένο. Το Νομοθετικό Συμβούλιο δεν είχε εξουσία να προτείνει νόμους. Μπορούσε μόνο να εγκρίνει ή να απορρίπτει τις κυβερνητικές προτάσεις. Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του ΝΣ ήταν ότι οι Ελληνοκύπριοι (ΕΚ) και οι Τουρκοκύπριοι (ΤΚ) εκλέγονταν αποκλειστικά από τις δικές τους κοινότητες. Παρότι οι ΕΚ διέθεταν περισσότερες έδρες, η συμμαχία των ΤΚ με τους διορισμένους Βρετανούς αξιωματούχους παρείχε στον Κυβερνήτη την καθοριστική ψήφο σε περίπτωση ισοψηφίας. Έτσι, το σύνταγμα θεμελιώθηκε στις αρχές του «διαίρει και βασίλευε», επιτρέποντας στη βρετανική αποικιακή κυβέρνηση να περνά νομοσχέδια με την υποστήριξη των μειονοτικών εκπροσώπων.

Το γεγονός ότι πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι εκλεγμένοι ΤΚ ψήφιζαν σχεδόν πάντοτε υπέρ των κυβερνητικών προτάσεων οφειλόταν, εν μέρει, στον φόβο τους για το μέλλον τους σε περίπτωση Ένωσης με την Ελλάδα, αλλά κυρίως επειδή μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο η Κύπρος αποτελούσε τυπικά ακόμα μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κυβέρνηση εξασφάλιζε επίσης τη στήριξη των ΤΚ μέσω διοικητικών προνομίων και πελατειακών σχέσεων.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920, ωστόσο, ένα τμήμα της ΤΚ ελίτ, ενθαρρυμένο από τον τουρκικό εθνικισμό του Ατατούρκ, αρνείτο πλέον να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τη βρετανική διοίκηση. Είναι ενδεικτικό ότι ενώ το 1920 είχαν εκδοθεί 28 νόμοι και 18 διατάγματα εν συμβουλίω, το 1931 είχαν εκδοθεί 21 νόμοι και 65 διατάγματα εν συμβουλίω. Άρα οι αστοί πολιτευτές με αυξανόμενο ρυθμό αρνούνταν να συνεργαστούν με την αποικιακή κυβέρνηση, η οποία δυσκολευόταν να ενσωματώσει την δυσαρέσκεια ακόμα και αυτών των ατόμων στα οποία μπορούσε μέχρι πρότινος να βασιστεί για την εύρυθμη λειτουργία της αποικίας.

Εδώ έχει μια αξία να αναφέρουμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία (49 από τους 56) όλων όσων διετέλεσαν αντιπρόσωποι στο ΝΣ από το 1883 μέχρι το 1931 ασκούσαν ένα ή και περισσότερα, από τα επαγγέλματα ή ιδιότητες του δικηγόρου, του εμπόρου και του ιδιοκτήτη γης. Έτσι βλέπουμε ότι στους αστούς πολιτευτές της περιόδου, το εμπορικό και χρηματικό κεφάλαιο αποτελούσε την ηγεμονική μερίδα της άρχουσας τάξης. Η συσσώρευση αυτού του πλούτου, θα δημιουργήσει αργότερα της υλικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού στην Κύπρο.

Το Ξέσπασμα των Οκτωβριανών

Η σπίθα που οδήγησε στα γεγονότα του Οκτωβρίου σχετίζεται με τη στάση των μελών του ΝΣ και τη δημοσιονομική πολιτική των αρχών. Η κυβέρνηση αρνήθηκε να εξετάσει την πρόταση των ΕΚ βουλευτών για μείωση των μισθών των Βρετανών αξιωματούχων στα επίπεδα των Κυπρίων δημοσίων υπαλλήλων εν μέσω της παγκόσμιας κρίσης του 1929. Σε απάντηση, οι ΕΚ, μαζί με τον Κεμαλικό Νετζατί Μπέι, αρνήθηκαν να εγκρίνουν νέους φόρους και καταδίκασαν δημοσίως την κυβέρνηση, κατηγορώντας την ότι «η Κύπρος κυβερνάται κακώς και απομυζάται από τη Βρετανία».

Η αντίδραση της αποικιακής εξουσίας υπήρξε άμεση: μέσω βασιλικών διαταγμάτων εν συμβουλίω (Royal Orders in Council) επέβαλε σημαντικές αυξήσεις δασμών και ειδικών φόρων σε είδη πολυτελείας αλλά και σε βασικά καταναλωτικά προϊόντα, ιδιαίτερα απεχθής ήταν ο κρατικός μονοπωλιακός φόρος στο αλάτι. Οι πολιτικές αυτές έπληξαν δυσανάλογα τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου 1931, οι ΕΚ βουλευτές συζητούσαν ενδεχόμενη φορολογική απεργία, το λεγόμενο «φοροστάσιο» ή ακόμη και παραίτηση από το ΝΣ. Εδώ έχει ένα ενδιαφέρον να αναφέρουμε τις αντιθέσεις και αμφιταλαντεύσεις μεταξύ των αστών βουλευτών και της ΕΚ ελίτ, όπως εκπροσωπούνταν στην Εθνική Οργάνωση Κύπρου (ΕΟΚ). Μια τάση πίεζε για παραίτηση των βουλευτών από το ΝΣ αλλά και των ΕΚ από όλα τα αποικιακά όργανα. Η πλειοψηφία όμως προσανατολιζόταν απλά στην φορολογική απεργία, χωρίς παραιτήσεις. Την ΕΟΚ όμως συνολικά πίεζε και η δρομολογούμενη εμφάνιση της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕΚ), από τους κύκλους της Κερύνειας, που προσανατολιζόταν σε πιο δυναμική διεκδίκηση του αιτήματος της  Ένωσης. Άρα βλέπουμε ότι επέδρασαν καταλυτικά οι ενδοαστικές αντιπαραθέσεις στις εξελίξεις, όμως αυτό δεν εξηγεί πλήρως την σφοδρότητα της εξέγερσης και την μαζικότητα την οποία πήρε.

Στις 17 Οκτωβρίου, ο Επίσκοπος Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς, ενώ αρχικά είχε αντιταχθεί στην τακτική της παραίτησης, προκάλεσε αίσθηση παραιτούμενος και εκδίδοντας προκήρυξη υπέρ παθητικής αντίστασης με σκοπό την Ένωση και ακολούθησαν δύο ομιλίες του σε Λάρνακα στις 18/10 και στη Λεμεσό στις 20 με μεγάλη λαϊκή απήχηση.

Τον ακολούθησαν διστακτικά και οι άλλοι βουλευτές του ΝΣ αφού είδαν την απήχηση που είχε η πράξη του αυτή. Από εκείνο το σημείο τα γεγονότα κλιμακώθηκαν ταχύτατα. Το βράδυ της 21ης Οκτωβρίου 1931, όταν έφτασαν στη Λευκωσία οι ειδήσεις των παραιτήσεων και των ομιλιών του Κιτίου, πλήθος συγκεντρώθηκε αρχικά στην Εκκλησία της Φανερωμένης και στη συνέχεια με πορεία κινήθηκε έξω από το Κυβερνείο, διαδηλώνοντας κατά της αποικιοκρατίας και ζητώντας την Ένωση με την Ελλάδα. Οι ελάχιστες αστυνομικές δυνάμεις λιθοβολήθηκαν και το ξύλινο κτίριο πυρπολήθηκε από τους διαδηλωτές. Η αστυνομία απάντησε με πυροβολισμούς, τραυματίζοντας εννέα άτομα, εκ των οποίων ένα υπέκυψε αργότερα. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε την απαρχή εκτεταμένων ταραχών σε ολόκληρο το νησί, τις σοβαρότερες στην ιστορία της αποικίας, που εξαπλώθηκαν από τα αστικά κέντρα στις αγροτικές περιοχές.

Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι σε όλες τις πόλεις του νησιού μεταξύ 22 και 30 Οκτωβρίου θα διεξαχθούν ογκωδέστατα συλλαλητήρια και διαδηλώσεις. Στην Αμμόχωστο στις 25/10 θα πραγματοποιηθούν επιθέσεις διαδηλωτών ενάντια σε αστυνομικούς σταθμούς με αποτέλεσμα να υπάρξει ένας νεκρός και αρκετοί τραυματίες. Στην Λάρνακα μεταξύ 22-25/10 θα γίνουν συγκρούσεις ενώ στην Λεμεσό στις 22/10 θα πυρποληθεί το σπίτι του Βρετανού Διοικητή και στις 25/10 θα γίνουν συγκρούσεις στην πόλη με νεκρό και τραυματίες. Και στην πιο συντηρητική Κερύνεια, στις 25 θα γίνει συγκέντρωση και πορεία στο Διοικητήριο όπου υψώθηκε η Ελληνική σημαία, και το βράδυ έγιναν συγκρούσεις με τραυματίες και ένα νεκρό, με τον στρατό να καταλαμβάνει το κτίριο της Επισκοπής και να συλλαμβάνει τον Επίσκοπο Μακάριο .

Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι η μαζική συμμετοχή της υπαίθρου στην εξέγερση, με διάφορους τρόπους. Έχουμε επιθέσεις και καταλήψεις αστυνομικών σταθμών (πχ. Στο Δίκωμο, τη Βυζακιά, στα Κελοκέδαρα, τη Δρούσια, Λιμνιά και αλλού), στη Δωρά αφοπλίστηκε ο αστυνομικός σταθμός, επιθέσεις σε κυβερνητικές εγκαταστάσεις  όπως η αποκοπή τηλεγραφικών καλωδίων (Τερσεφάνου, Άχνα), καταστροφή γεφυριών (Μανδριά), επιθέσεις σε δασονομεία (Επτάκομη, Τρίκωμο, Κώμα του Γιαλού, Δαυλό, Ελαία, Γεράνι, Γούφες), κρατικά φυτώρια, τελωνεία (Μπογάζι) και αλαταποθήκες (Μπογάζι, Άγιο Αμβρόσιο Λεμεσού), η φυλακή στις Κάτω Κυβίδες πυρπολήθηκε, μέχρι ξυλοδαρμό και άρνηση πληρωμής φόρων (Απαισιά, Άγιο Θεόδωρο Λάρνακας, Άγιο Δημητριανό Λεμεσού, Πέρα Χωριό Λευκωσίας). Περίπου το 1/3 των χωριών της Κύπρου συμμετείχε με κάποιο τρόπο στην εξέγερση, σε κάποια χωριά μάλιστα υπήρξαν πολλαπλά εξεγερτικά επεισόδια, παρά τον στρατιωτικό νόμο που είχε επιβληθεί.

Ενώ στις πόλεις έχουμε μια σαφή κυριαρχία της πρόταξης του συνθήματος της Ένωσης με πιο πολιτικά χαρακτηριστικά αφού στα συλλαλητήρια των πόλεων υπήρξε η έντονη παρουσία των αστών βουλευτών και της ηγεσίας της ΕΟΚ, παρά την αδυναμία τους να καθοδηγήσουν τις εξελίξεις. Σε αντίθεση, στα χωριά δεν υπάρχει η παρουσία «ανδρών επιφανών» και οι πρακτικές που υιοθετήθηκαν ήταν περισσότερο εξεγέρσεις κατά κρατικών συμβόλων και στην κρατική περιουσία. Και τα δύο οι χωρικοί τα συνέδεαν με την δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία αυτά τα δύο τους είχαν καταδικάσει. Δεν είναι τυχαίο δηλαδή οι επιθέσεις σε φοροεισπράκτορες, σε αλαταποθήκες, δασονομεία και αστυνομικούς σταθμούς. Έχει ένα ενδιαφέρον όμως να σημειώσουμε ότι επιθέσεις δεν έγιναν σε μεγαλογαιοκτήμονες, κύπριους τοκογλύφους ή εμπόρους, αλλά ούτε και στον τουρκοκυπριακό πληθυσμό των πόλεων και της υπαίθρου. Η μόνη επίθεση απέναντι σε Τουρκοκύπριο έγινε όχι επειδή ήταν Τουρκοκύπριος, αλλά λόγω της ιδιότητας του ως Μουχτάρης, και άρα αντιπρόσωπος της αποικιακής κυβέρνησης στο χωριό. Αυτά μπορούμε να το αναπτύξουμε στη συνέχεια στη συζήτηση.

Η έκθεση του Κυβερνήτη Στορς προς τη Βουλή των Κοινοτήτων προσπάθησε να παρουσιάσει τις ταραχές ως καλά οργανωμένες και «καθοδηγούμενες». Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο. Από τα αρχεία προκύπτει ότι οι επικεφαλής της πορείας προς το Κυβερνείο στη Λευκωσία, και οι αστοί βουλευτές προσπάθησαν αρχικά να κατευνάσουν το πλήθος. Όταν αντιλήφθηκαν πως «δεν είχαν πλέον έλεγχο» αποχώρησαν και στην συνέχεια έστειλαν απολογητικές επιστολές στον Κυβερνήτη! Ο ίδιος ο Δήμαρχος Θεμιστοκλής Δέρβης σε συλλαλητήριο στις 24/10 θα προτρέψει το πλήθος να διαλυθεί. Αυτό το μοτίβο συνεχίστηκε σε όλες τις πόλεις. Στην Αμμόχωστο, ο Δήμαρχος Εμφιετζής και η τοπική ηγεσία (Λοϊζίδης, Σαβεριάδης, Μυλωνάς) όπως και οι παραιτηθέντες βουλευτές Σιακαλλής και Ρωσσίδης διαβεβαίωναν τον αναπληρωτή διοικητή της πόλης ότι θα ασκούσαν όλη τους την επιρροή για την διατήρηση της ειρήνης και ότι θα υποστέλλονταν όλες οι ελληνικές σημαίες που αναρτήθηκαν. Το ίδιο έγινε και στην Λάρνακα και στην Κερύνεια. Και αυτές οι παρεμβάσεις αφού είχε κηρυχθεί ανένδοτος ενωτικός αγώνας και ενόσω η δυναμική των εξεγέρσεων κρατούσε καλά μέχρι τη 1η Νοεμβρίου, όπου οι Άγγλοι κατάφεραν να επιβάλουν την «τάξη», αφού πρώτα είχαν μεταφέρει στρατεύματα από το Κάιρο, 2 καταδρομικά και 2 αντιτορπιλικά στις ακτές της Κύπρου.

Κάτι ανάλογο έκαναν και η ηγεσία των Τουρκοκυπρίων (βουλευτές και μουχτάρηδες) αλλά και οι Μαρωνίτες μουχτάρηδες, όπου μετά την καταστολή της εξέγερσης έστειλαν γράμματα στην αποικιακή κυβέρνηση λέγοντας λίγο πολύ: «εμείς εν τζιαι». Ειδικά η ηγεσία της τκ κοινότητας (με προεξέχοντα τον Μουνίρ Μπέι) απέστειλε τηλεγράφημα στον Υπουργό Αποικιών Λίστερ, λέγοντας του ότι δεν είχαν καμία ανάμειξη και ότι παραμένουν πιστοί στην Αγγλική αποικιακή κυριαρχία. Αυτή η πράξη έχει 2 εξηγήσεις: από τη μια δεν ήθελαν να χάσουν την προνομιακή πρόσβαση στον κρατικό μηχανισμό που είχε η τκ κοινότητα, δεδομένου ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις και η συσσώρευση δεν είχε επιδράσει σε τέτοιο βαθμό στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και άρα οι προοπτικές πλουτισμού συνδέονταν άμεσα με το αποικιακό κράτος. Από την άλλη δείχνει τις ενδοκοινοτικές αντιθέσεις με την ανερχόμενη εθνικιστική, Κεμαλική μερίδα που προτιμούσε μια πιο συγκρουσιακή στάση απέναντι στην Βρετανία.

Τι ήταν αυτό που ώθησε τους εκ αστούς των πόλεων, εργάτες και αγρότες να ξεσηκωθούν με τόση ένταση ενάντια στην αποικιακή κυβέρνηση; Ήταν μια εθνική εξέγερση όπου όλοι μαζί διεκδίκησαν Ένωση με την Ελλάδα και αποτίναξη του Βρετανικού ζυγού;

Για να μπορέσουμε να διακρίνουμε τα αίτια της εξέγερσης θα πρέπει να δούμε πίσω από την συνθηματολογία και να κοιτάξουμε στην υλική πραγματικότητα. Να εξακριβώσουμε ποιες τάξεις συμμετείχαν, με ποια αιτήματα και μέσα σε ποιο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο.

Κινητήρια τάξη της εξέγερσης ήταν η ανερχόμενη εκ αστική τάξη που διαμόρφωνε τους υλικούς όρους της ύπαρξης της και που έβλεπε να πλήττεται από την Βρετανική επικυριαρχία στο νησί.

Το 1931 η σπίθα για να ξεχειλίσει το ποτήρι για την αστική τάξη ήταν το ζήτημα της δημοσιονομικής διαχείρισης. Ο προϋπολογισμός του 1931 που έφερε η κυβέρνηση προς συζήτηση στο ΝΣ ήταν ελλειμματικός της τάξης του 1.5% του ΑΕΠ, κάτι πρωτοφανές για τα δεδομένα των αποικιών.

Η πρόταση της Κυβέρνησης για αντιμετώπιση του ελλείματος ήταν η αύξηση δασμών και φόρων, κάτι που έπληττε δυσανάλογα τα λαϊκά στρώματα και κατά συνέπεια έβαζε πολιτική πίεση στους κύπριους πολιτευτές (εκ και τκ) να δράσουν. Η αντιπρόταση τους ήταν η μείωση των εξόδων, και ειδικά του κρατικού μισθολογίου με την κατάργηση θέσεων αλλά κυρίως με τη μείωση των μισθών των Άγγλων κρατικών αξιωματούχων. Είναι χαρακτηριστικό πως οι Βρετανοί ενώ αποτελούσαν το 0.3% του πληθυσμού και το 4% της αποικιακής διοίκησης, λάμβαναν το 18.4% της μισθοδοσίας, ενώ οι ΕΚ όντας το 80% του πληθυσμού, αποτελούσαν το 56% του διοικητικού προσωπικού, λαμβάνοντας το 48% της μισθοδοσίας.

Η κατάσταση των δημοσιονομικών σχετίζεται επίσης με το διαχρονικό πρόβλημα του Φόρου Υποτέλειας που όφειλε η Κύπρος. Σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1878, το νησί κατέβαλλε ετήσιο πλεόνασμα ύψους £92.799 στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στην πράξη, όμως, τα έσοδα μεταβιβάζονταν στο βρετανικό Υπουργείο Οικονομικών για την αποπληρωμή του οθωμανικού δανείου του 1855. Αυτή η δέσμευση αποτέλεσε τροχοπέδη σε κάθε προσπάθεια ανάπτυξης έως την κατάργησή του το 1927. Ωστόσο, από το 1928 θεσπίστηκε νέα εισφορά £10.000 ετησίως για την «αυτοκρατορική άμυνα».

Το μικρό αποθεματικό (1,5% του ΑΕΠ) εξανεμίστηκε όταν ο Κυβερνήτης Στορς συνήψε μυστική συμφωνία με το Βρετανικό Θησαυροφυλάκιο, παραχωρώντας τα κυπριακά δικαιώματα επί των αποθεματικών ως αντάλλαγμα για την οριστική κατάργηση των πληρωμών. Όταν το γεγονός αυτό αποκαλύφθηκε σε συνεδρία του ΝΣ στις 8 Ιουλίου 1931, προκάλεσε έκρηξη αγανάκτησης.

Όμως το ζήτημα είναι βαθύτερο από μια απλή διαφωνία στη δημοσιονομική πολιτική. Αυτή η διαφωνία εδράζεται στο ότι η εκ ελίτ ένιωθε ότι οι προσδοκίες της από την Βρετανική ανάληψη της κυριαρχίας του νησιού το 1878 δεν δικαιώνονταν, αλλά το αντίθετο. Τόσο από την ελλιπή πρόσβαση στον κρατικό μηχανισμό, και τα πλεονεκτήματα που αυτό απέφερε αλλά και οι υλικοί όροι που την συγκροτούσαν ως τάξη. Ενδεικτικό είναι ότι σε υπόμνημα του στον Υπουργό Εξωτερικών τον Ιούλιο του 1929, ο Σερ Παναγιώτης Κακογιάννης αναφέρει τα εξής: «Δυστυχώς η πολιτική της Κυβέρνησης, κατά την διάρκεια των τελευταίων χρόνων, τείνει να υποστηρίζει απόλυτα και ανεπιφύλακτα μόνο το Βρετανικό κεφάλαιο, επιδιώκοντας με αυτό τον τρόπο να διευκολύνει την εισαγωγή του και την κυριαρχία του στην χώρα μας, προς ζημιά του τοπικού κεφαλαίου και των υπαρχουσών επιχειρήσεων. Από τη μια πλευρά επιτρέπει εξαίρεση από εισαγωγικό φόρο σε Αγγλικές εταιρείες, για να εισάγουν ξένες πρώτες ύλες και προϊόντα, που υπάρχουν σε αφθονία στον τόπο μας και από την άλλη αρνείται να δώσει παρόμοια προνόμια σε Κυπριακές επιχειρήσεις για να εισάγουν πρώτες ύλες που δεν υπάρχουν στο νησί.» Αυτό το αίσθημα θα ενταθεί μετά το 1929 και τις επιπτώσεις που θα έχει η Παγκόσμια Ύφεση στο νησί.

Όλα αυτά επίδρασαν και στο επίπεδο των συνθημάτων και του πολιτικού προγράμματος που μπήκε στην ημερήσια διάταξη τις ημέρες των Οκτωβριανών, δηλαδή της Ένωσης. Παρόλο που διακηρυκτικά το αίτημα προϋπήρχε, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα έκανε δειλά την εμφάνιση του ως αίτημα, το αίτημα απέκτησε πιο μεγάλη δυναμική τη δεκαετία του 20 με την ίδρυση του Εθνικού Συμβουλίου. Όμως και αυτές οι προσπάθειες ήταν αποσπασματικές και εντάσσονταν κυρίως στα πλαίσια της ελληνοβρετανικής φιλίας, Μπορούμε να πούμε ότι με μεγαλύτερη θέρμη πάλευαν για αναθεώρηση του Συντάγματος παρά για Ένωση. Το 1929 όμως, και αφού ο Υπουργός Αποικιών Λόρδος Passfield αρνήθηκε να συναινέσει στο υπόμνημα των εκ για Ένωση, ιδρύθηκε η Εθνική Οργάνωση Κύπρου που έβαζε πιο επιτακτικά και με ανεβασμένες μορφές το ζήτημα της Ένωσης. Η πρώτη ενέργεια ήταν η διοργάνωση μαζικών εκδηλώσεων σε παγκύπρια κλίμακα υπέρ της Ένωσης στις 25 Μαρτίου του 1930. Στις βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου 1930, στήριξε και πέτυχε να εκλεγούν όσοι πολιτεύονταν με το σύνθημα «Ένωσις και μόνο Ένωσις». Όλα αυτά σίγουρα σχετίζονται με όσα αναφέραμε πιο πάνω αλλά και με το ότι από το 1929 η Μεγάλη Ύφεση κτύπησε την Κύπρο με μεγάλη σφοδρότητα και άρα μερίδα των αστών αναζητούσε διέξοδο κάτω από αυτό το πρόγραμμα, και αντιπαραθετικά με την αποικιακή κυριαρχία. Δηλαδή σε αντίθεση με το δρόμο της υποταγής και της συναίνεσης που ακολουθήθηκε όλες τις προηγούμενες δεκαετίες. Με αυτό σχετίζεται και η εμφάνιση των κύκλων της Κερύνειας και της ΕΡΕΚ, που ουσιαστικά εξώθησε την ΕΟΚ σε πιο δυναμική δραστηριότητα.

Όμως, όπως σε όλη την διάρκεια της περιόδου ανόδου του καπιταλισμού, άλλη τάξη αποτελεί την καθοδηγητική δύναμη, και άλλες τάξεις αποτελούν την “καύσιμη ύλη”. Παρόλο που κινητήρια δύναμη ήταν η υπό διαμόρφωση αστική τάξη, τον αγώνα τον διεξήγαγαν τα εργατικά και λαϊκά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου. Στην Κύπρο του 1931, το 54% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού ήταν αγρότες, και ένα 30% στη δευτερογενή παραγωγή.

Η αστική ιστοριογραφία το ανάγει αυτό ως απόδειξη του ότι το αίτημα της Ένωσης ήταν ένας μαζικός λαϊκός στόχος και αίτημα, κάτω από τον οποίο οι Κύπριοι έχυσαν το αίμα τους το 1931.

Σαφέστατα, μεγάλη μερίδα των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων των πόλεων πάλεψαν γι’ αυτό το στόχο τις ημέρες των Οκτωβριανών. Άλλωστε η κυρίαρχη ιδεολογία είναι πάντα αυτή της κυρίαρχης τάξης. Κάτω από τη επιρροή των αστών και των βουλευτών στις πόλεις, το αίτημα της Ένωσης έμπαινε δυναμικά σε όλες τις πόλεις. Για παράδειγμα στις εκδηλώσεις για την 25η Μαρτίου, 15.000 άτομα πορεύτηκαν προς το ΓΣΠ, ενώ στις 24 Απριλίου, 3000 άτομα πορεύτηκαν προς το Νομοθετικό Συμβούλιο. Όμως δεν μας ξαφνιάζει αφού καθ’όλη την προηγούμενη περίοδο, τα χωριά εξέλεγαν τους αντιπροσώπους τους στο ΝΣ, οι οποίοι ήταν και οι πιστωτές τους που τους απομυζούσαν το βιός. Όμως πρέπει να δούμε κάτω από το επίπεδο της ιδεολογίας, στην κοινωνική πραγματικότητα, τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο.

Η οικονομική κρίση έπληξε γερά την κυπριακή οικονομία. Μέχρι το 1932, το κυπριακό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 20% από το 1929. Το κατά κεφαλήν εισόδημα υπέστη δραματική μείωση, 6% το 1929-30, 7% το 30-31, 10% το 31-32.

Παγκόσμια οι τιμές των αγροτικών προϊόντων κατέρρευσαν, και αυτό είχε δυσανάλογο αντίκτυπο στην κατά κύριο λόγο αγροτική οικονομία της Κύπρου. Η τιμή του κριθαριού από 3 σελίνια το κιλό θα πέσει στο ένα, των χαρουπιών από 26 σελίνια πέφτει στα 9, της πατάτας από 2 γρόσια η οκκά στο μισό. Αυτή η κατάρρευση τιμών έπληξε κυρίως τους μικρούς αγρότες που διέτρεχαν άμεσο κίνδυνο επιβίωσης. Στο ημερολόγιο του, ο τότε Δήμαρχος Πάφου Γαλατόπουλος αναφέρει χαρακτηριστικά: “Ο πληθυσμός και ιδιαίτερα οι χωρικοί υποσιτίζονταν απελπιστικά… το εμπόριο και η γεωργία καταστράφηκαν εντελώς. Ακόμη θυμάμαι εκατοντάδες χωρικούς που τρέφονταν μόνο με βραστά άγρια χόρτα, τα οποία μάζευαν από τους αγρούς και τα βουνά.”

Σε έκθεση του το 1929 ο Έπαρχος Λάρνακας Surridge αναφέρει ότι το 52% των αγροτών κατείχε 2.7 εκτάρια κατά κεφαλή και το 21% 12 εκτάρια, με το ελάχιστο μέγεθος για επιβίωση να το ορίζει στα 9 εκτάρια. Ο ήδη υπερχρεωμένος αγρότης αναγκάστηκε είτε να δεχθεί εκποίηση των ακίνητων περιουσιών του από τους δανειστές του, είτε να δανειστεί εκ νέου διογκώνοντας το αγροτικό χρέος που στα μέσα του 1930 διογκώθηκε στα 2 εκατομμύρια λίρες. Έχει υπολογιστεί ότι την περίοδο 1919-1939 άλλαξαν χέρια περίπου τα 2/5 των χωραφιών και δέντρων όλης της Κύπρου και περίπου το 1/6 των κατοικιών.

Τα χρέη, η αβάσταχτη φορολογία, οι διογκούμενες ανισότητες στην τελική ο ίδιος ο κίνδυνος της υλικής ύπαρξης των αγροτών εξηγεί και την σφοδρότητα με την οποία η κυπριακή ύπαιθρος συγκρούστηκε τόσο με τα αποικιακά σύμβολα (αστυνομικούς σταθμούς, τηλεγραφικά καλώδια, υποδομές) αλλά και συγκεκριμένα με σύμβολα που αντικατόπτριζαν την πολιτική που τους καταδίκαζε στην φτώχεια (ξυλοδαρμός φοροεισπρακτόρων, κάψιμο αλαταποθηκών, δασονομείων και τελωνείων). Χωριά με μεγάλες ανισότητες

Η κατάσταση στην εργατική τάξη δεν ήταν καλύτερη. Η κρίση του 1929 θα επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στην ήδη πολύ δύσκολη ζωή των κυπρίων εργατών. Με την μείωση των εξαγωγών κατά 25% είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την μείωση της απασχόλησης στον κύριο εξαγωγικό κλάδο της κυπριακής οικονομίας, τα ορυχεία. Για παράδειγμα, τα ορυχεία αμιάντου απώλεσαν 8000 θέσεις εργασίας. Διάφορες μικρές βιομηχανικές μονάδες, όπως υφαντουργίες σε Πάφο και Λευκωσία πτώχευσαν. Για όσους παρέμειναν στις δουλειές τους, αυτό συνοδεύτηκε με εντατικοποίηση της εργασίας, αύξηση των ωρών σε 12 ώρες εργασίας, ενώ οι μισθοί έπεσαν σε 1 με 2 σελίνια την ημέρα. Πολλές φορές το ημερομίσθιο έπεφτε ακόμα περισσότερο αφού πολλοί αγρότες είτε είχαν γίνει ακτήμονες και κατέκλυσαν τις τάξεις του προλεταριάτου, είτε έψαχναν για εφεδρική εργασία.

Οι Συνέπειες ως κατακλείδα:

Οι Βρετανοί θα επιβάλουν την κυριαρχία τους με μεγάλη βιαιότητα. Στα ίδια τα αρχεία καταγράφονται βιαιοπραγίες, ξυλοδαρμοί, μέχρι και μαστιγώσεις σε χωριά της Κύπρου. Πάνω από 3000 θα οδηγηθούν στα δικαστήρια και 2600 θα καταδικαστούν σε διάφορες ποινές. 10 άτομα θα εξοριστούν ισόβια, ανάμεσά τους ο Νικόδημος Μυλωνάς, ο Κερύνειας Μακάριος και τα ηγετικά στελέχη του τότε νεαρού ΚΚΚ. Άλλοι θα υποστούν εσωτερική εξορία, όπως ο Τεύκρος Ανθίας στην Ανδρολίκου (η τοποθεσία έχει μια αξία να τη συζητήσουμε). Στη συνέχεια θα επιβληθεί συλλογική ποινή στην ελληνοκυπριακή κοινότητα να πληρώσει για την επισκευή των κατεστραμμένων περιουσιών – το συνολικό ποσό ανήλθε στις 34.315 λίρες, ποσό δυσβάσταχτο για την εποχή. Επιπλέον, με βασιλικό διάταγμα θα καταργηθεί το Νομοθετικό Συμβούλιο και στην συνέχεια θα απαγορευτεί η λειτουργία πολιτικών κομμάτων. Όλοι οι τοπικοί θεσμοί πλέον θα διορίζονταν από τον Κυβερνήτη.

Μετά την μετάθεση του Στορς στην Βόρεια Ροδεσία, Κυβερνήτης αναλαμβάνει ο Πάλμερ και θα ακολουθήσει η πιο στυγνή περίοδος όπου δικαίως ονομάστηκε Παλμεροκρατία. Η αστυνομία απέκτησε εκτεταμένες εξουσίες, το δικαίωμα στο συνέρχεσθε περιστάληκε, λογοκρισία στον τύπο, στα τηλεγραφήματα και στα ταχυδρομεία, εκτεταμένες αλλαγές και έλεγχος στην εκπαίδευση και στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Όμως η Παλμεροκρατία δεν ήταν ίδια για όλους. Η πλειοψηφία της εκ ελιτ, οι πολιτευτές της εποχής, ο κλήρος και η διανόηση θα συνεργαστούν ανοιχτά με το καθεστώς του Πάλμερ. Είτε θα στελεχώσουν το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, είτε τα πόστα των τοπικών αρχών και του κρατικού μηχανισμού. Την περίοδο της Παλμεροκρατίας, θα τιμηθούν με τίτλους περισσότεροι Κύπριοι και των δύο κοινοτήτων από κάθε άλλη περίοδο της Βρετανικής αποικιοκρατίας.

Μια εξήγηση έχει να κάνει με το γεγονός ότι πλέον όλοι αυτοί και με την επιβολή δικτατορίας, είχαν αποκοπεί από τις πελατειακές πολιτικές σχέσεις που τους είχαν αναδείξει στο παρελθόν και άρα η συνεργασία ήταν μονόδρομος ως πρόσβαση στον κρατικό μηχανισμό και για προσωπική και κοινωνική ανέλιξη.

Μια άλλη εξήγηση σχετίζεται με τα ίδια τα γεγονότα των Οκτωβριανών. Το γεγονός ότι καθ’όλη την διάρκεια της εξέγερσης, οι αστοί, η πολιτική και εκκλησιαστική καθοδήγηση της Εθνικής Οργάνωσης προσπαθούσαν να κατευνάσουν, να καναλιζάρουν μέχρι και να σταματήσουν την λαϊκή οργή αποδεικνύει τον φόβο τους για την μαζική και με σφοδρότητα άνοδο του λαϊκού παράγοντα στο προσκήνιο. Το γεγονός ότι έκαναν το βήμα να αντιταχθούν της Βρετανικής κυριαρχίας και το αποτέλεσμα ήταν 2 εβδομάδες σφοδρών και ανεπιθύμητων συγκρούσεων των λαϊκών μαζών, τους έκανε να αναθεωρήσουν την τακτική τους, ακόμα και την ίδια την διεκδίκηση της οποιαδήποτε παραχώρησης από την αποικιοκρατική εξουσία. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι, έστω και καθυστερημένα, συμμετείχε στην εξέγερση το ΚΚΚ, ήταν αρκετό για να αποδεχτούν στωικά τις συνέπειες. Άλλωστε μόνο χαρά τους προκάλεσε η προγραφή του ΚΚΚ, η απαγόρευση κατοχής κομμουνιστικού και σοσιαλιστικού υλικού, το δικαίωμα της αστυνομίας να κάνει συλλήψεις ατόμων ύποπτα για ανάγνωση κομμουνιστικού υλικού.

Ο λαός μας έχει πολλές αγωνιστικές παραδόσεις, όσο και αν μας υποτιμούσαν οι Βρετανοί αποικιοκράτες. Αυτές οι παραδόσεις πρέπει να γίνουν κτήμα όλων μας, να τις μελετάμε και να μαθαίνουμε από αυτές, από τα ηρωικά παραδείγματα αλλά και από τα λάθη. Η αγωνιστικότητα του λαού μας πρέπει να ξαναβγεί στο προσκήνιο, παρόλο που δεκαετίες τώρα έχουν κατακαθίσει πάνω της πολλοί τόνοι σκουριάς.

Όπως και τότε, έτσι και σήμερα, είναι σημαντικό το συμπέρασμα ότι προϋπόθεση για να ευοδωθούν οι πόθοι της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης στην αστική τους τάξη, όσο επαναστατικά και αν βγαίνει σε συνθηματολογικό επίπεδο, όσο και αν επικαλείται την εθνική ενότητα και τους κοινούς εθνικούς στόχους. Προϋπόθεση τότε και τώρα είναι δηλαδή η αυτοτελής πάλη των εργαζομένων, δηλαδή να μην μπαίνουν κάτω από τη σημαία άλλης τάξης.

Ξεσπάσματα βίας και ανυπακοής κατά της αδικίας, κατά της εξουσίας πάντα θα υπάρχουν και είμαστε πεπεισμένοι πως θα υπάρξουν και στο μέλλον. Το ζήτημα όμως είναι αυτά τα ξεσπάσματα, η αντίδραση να στρέφεται κατά του πραγματικού αντιπάλου, ο οποίος πάντα βρίσκεται στην ίδια μας τη χώρα – και αυτός είναι η αστική τάξη και ο καπιταλισμός. Μόνο στοχεύοντας τον πραγματικό αντίπαλο αυτά τα ξεσπάσματα, οι εξεγέρσεις θα έχουν προοπτική νίκης.”

Αυτούσια η Ομιλία του μέλους του Ιδεολογικού Γραφείου της ΚΠΚ, Ναταλίας Χαραλάμπους, για το ρόλο του υποκειμενικού παράγοντα, το ρόλο του ΚΚ τότε και σήμερα.

“Σε αυτό το μέρος της εισήγησης θα επικεντρωθούμε στον υποκειμενικό παράγοντα· στον ρόλο και τη δράση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου, όπως αυτά αποτυπώνονται στα ιστορικά γεγονότα της περιόδου.

Το ιστορικό αυτό συμβάν αποτέλεσε, κατά μία ερμηνεία, μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για το κόμμα να αναδειχθεί σε ηγετική δύναμη της εξέγερσης και να δοκιμαστεί στην πράξη ως προς την υλοποίηση των καταστατικών του στόχων.

Σκοπός μας, λοιπόν, είναι να εξετάσουμε αυτήν ακριβώς τη διάσταση: να θέσουμε ερωτήματα, να εξαγάγουμε συμπεράσματα, να εντοπίσουμε τυχόν αδυναμίες και να αντλήσουμε πολύτιμα διδάγματα — διδάγματα που μπορούν να φωτίσουν όχι μόνο το παρελθόν, αλλά και τους αγώνες του σήμερα και του αύριο.

«Ο Κύπριος αγρότης γεννιέται μέσα στο χρέος, ζει μέσα στο χρέος και πεθαίνει μέσα στο χρέος», είχε δηλώσει το 1930 ο Βρετανός επαρχιακός διοικητής Λάρνακας, Brewster Joseph Surridge. Μια φράση που αποτυπώνει ανάγλυφα τις συνθήκες της αποικιακής εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας που βίωνε η κυπριακή εργατική και αγροτική τάξη στις αρχές του 20ού αιώνα.

Οι πρώτες μορφές οργανωμένης εργατικής αντίστασης εμφανίζονται το 1919, στη Λεμεσό. Δεν ήταν τυχαίο. Η Λεμεσός εκείνη την εποχή παρουσίαζε έντονη οικονομική ανάπτυξη, σε αντίθεση με την υστέρηση άλλων πόλεων. Ουσιαστικό ρόλο έπαιξε η λειτουργία του λιμανιού, αλλά και η δημιουργία μικρών βιοτεχνικών μονάδων, που αποτέλεσαν πυρήνες συγκέντρωσης εργατικού δυναμικού.

Παράλληλα, ο απόηχος της Μπολσεβίκικης Επανάστασης φτάνει στο νησί, κυρίως μέσω των ξένων ναυτικών και της κυκλοφορίας επαναστατικών εντύπων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον συγκροτείται το 1919 η πρώτη συντεχνία οικοδόμων στη Λεμεσό και κυκλοφορεί η εφημερίδα Πυρσός, ως όργανο του Κυπριακού Εργατικού Κόμματος. Στη συνέχεια, οργανώνονται μικρότερες συντεχνίες: καπνεργάτες, τσαγκάρηδες, ραπτεργάτες, μαραγκοί, κουρείς, αρτεργάτες και άλλοι.

Το Νοέμβριο του 1922 ιδρύεται η Κομματική Οργάνωση της Λεμεσού, η οποία μέχρι το 1924 δημιουργεί πυρήνες σε περιοχές όπως ο Αμίαντος, η Σκουριώτισσα, το Πισσούρι, η Γερμασόγεια, το Κοιλάνι, η Λευκωσία, η Αμμόχωστος, το Κτήμα και η Τσάδα. Το 1923, η εφημερίδα Πυρσός πλέον εκφράζει το Κυπριακό Εργατικό και Αγροτικό Κόμμα και, στις αρχές του 1924, δηλώνει ξεκάθαρα ότι αποτελεί επίσημο όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου (ΚΚΚ).

Η εμφάνιση, λειτουργία, ανάπτυξη και, στη συνέχεια, η μετεξέλιξη των πρώτων σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών πυρήνων σε κόμμα αποτελούσε τη φυσιολογική πορεία της συσπείρωσης των κοινωνικών αντιδράσεων ενάντια στο σύστημα της κοινωνικής εκμετάλλευσης αλλά και ενάντια στο καθεστώς της αποικιοκρατίας.

Στις 15 Αυγούστου 1926 ιδρύεται επίσημα το ΚΚΚ: ένα κόμμα της εργατικής τάξης, που για πρώτη φορά εκφράζει οργανωμένα και με ιδεολογική αυτοτέλεια τα λαϊκά στρώματα. Το κόμμα αυτό διαχωρίζεται ξεκάθαρα από τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις και την αποικιοκρατική διοίκηση, θέτοντας τις βάσεις για μια μακρόπνοη αντιιμπεριαλιστική και σοσιαλιστική δράση.

Από τη ίδρυση του, το ΚΚΚ διεξήγαγε διμέτωπο αγώνα: αφενός ενάντια στο αποικιοκρατικό καθεστώς και αφετέρου υπέρ της οικοδόμησης μιας σοσιαλιστικής Κύπρου. Ένας διμέτωπος αγώνας που εγείρει διαχρονικά ερωτήματα: Πόσο πραγματικά διμέτωπος ήταν; Και σε τι διαφέρει από τα καθήκοντα των κομμουνιστών σήμερα;

Σύμφωνα με το καταστατικό του πρώτου συνεδρίου του κόμματος το 1926, ο βασικός στόχος του ΚΚΚ ήταν ξεκάθαρος:

«Το ΚΚΚ είναι το μόνο κόμμα που μπορεί να βοηθήσει την οργάνωση ενιαίου αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου με συμμετοχή όλων των στοιχείων της Κύπρου σ’ οποιαδήποτε κοινωνική τάξη και αν ανήκουν, είτε Ελλήνων είναι είτε Τούρκων (…) βάση του ενιαίου αντι-ιμπεριαλιστικού μετώπου, εκτός από την ικανοποίηση των άμεσων οικονομικών αιτημάτων του λαού, θα είναι η κατάχτηση της ανεξαρτησίας της Κύπρου μέχρι τέλειας αυτοδιοίκησης και αυτοδιάθεσης.»

Σημαντική και ριζοσπαστική για την εποχή ήταν η απόφαση του ίδιου συνεδρίου για το γυναικείο ζήτημα. Για πρώτη φορά στην Κύπρο, τίθενται επί τάπητος ζητήματα όπως:

  • το δικαίωμα ψήφου των γυναικών,
  • η ισότητα στο γάμο,
  • η ισότητα στο μεροκάματο,
  • και η διεκδίκηση παροχών για τη μητρότητα.

Αντίστοιχα, αποφασίστηκε η ενοποίηση της μαθητικής και εργατικής νεολαίας σε μια ενιαία οργάνωση: την Κομμουνιστική Νεολαία Κύπρου.

Το 1931, το ΚΚΚ χαρακτηρίζεται από έντονη μαζικοποίηση, με μαζικές πολιτικές καμπάνιες υπέρ ανέργων και αγροτών, ίδρυση εργατικών λεσχών και ανάπτυξη εκδοτικού οίκου. Το ίδιο έτος, το ΚΚΚ εντάσσεται και στην Κομιντέρν, ευθυγραμμίζοντας τη στρατηγική του με τις αποφάσεις της Γ’ Διεθνούς για εγκαθίδρυση ανεξάρτητης κυπριακής εργατοαγροτικής δημοκρατίας, που θα εντασσόταν σε μια Βαλκανική Εργατοαγροτική Ομοσπονδία.

Εντούτοις, η στάση του ΚΚΚ γύρω από το «εθνικό ζήτημα», η οποία επικαθορίζει την πολιτική του δράση, δεν κινείτο ευθύγραμμα. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα γεγονότα γύρω από τους εορτασμούς της 25ης Μαρτίου 1931, όπου ακολουθώντας την γραμμή της Ανεξαρτησίας, μέλη και οπαδοί του κόμματος στην Λευκωσία, αποφασίζουν να μοιράσουν προκηρύξεις ανήμερα της επετείου, με αποτέλεσμα τις συγκρούσεις με οπαδούς της Ένωσης και την σύλληψη οκτώ εργατών προσκείμενων στο ΚΚΚ. Αντίστοιχα στην Λεμεσό κατά την διάρκεια επετειακής εκδήλωσης σε κτήριο Γυμνασίου, μέλη του κόμματος ανάρτησαν μια κόκκινη σημαία φωνάζοντας συνθήματα όπως «Κάτω η Ένωση» και «Ζήτω η σοβιετική δημοκρατία της Κύπρου». Ακολούθησαν συγκρούσεις με ενωτικούς και η αστυνομία συνέλαβε 22 μέλη και φίλους του ΚΚΚ. Κατά τις εργασίες της συνδιάσκεψης του κόμματος στις 12 Ιουλίου, θα υπάρξει αυτοκριτική και εκτίμηση πως το κόμμα ακολουθούσε σεχταριστικό δρόμο.

Τα γεγονότα της 21ης Οκτωβρίου 1931, όπως αργότερα θα παραδεχθεί και ο ίδιος ο Βάτης, αιφνιδίασαν το ΚΚΚ. Η αρχική στάση του κόμματος ήταν αρνητική: καταδίκασε την εξέγερση των Οκτωβριανών ως «εθνικιστική σοβινιστική προβοκάτσια» και δεν συμμετείχε επίσημα στις πρώτες ημέρες των γεγονότων. Όμως, όταν έγινε σαφές ότι η εξέγερση είχε προσλάβει χαρακτήρα μαζικής, αυθόρμητης και πρωτοφανούς κινητοποίησης του λαού, το ΚΚΚ δεν μπορούσε να παραμείνει αμέτοχο. Ενεργοποιήθηκε. Και στάθηκε στο πλευρό του λαού.

Μάλιστα, μαρτυρίες της εποχής επιβεβαιώνουν πως μέλη του κόμματος, μεταξύ αυτών και της Κομμουνιστικής Νεολαίας, ήταν παρόντα από την πρώτη κιόλας μέρα της εξέγερσης.

Στις 22 Οκτωβρίου, η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος συνεδριάζει και εκεί εμφανίστηκαν τρεις απόψεις: α) η εξέγερση ήταν ένα ξέσπασμα χωρίς συνέχεια, β) δεν έπρεπε να παρέμβει το κόμμα αφού τα γεγονότα αποτελούσαν καθαρά εθνικιστικές δράσεις και τέλος το ΚΚΚ θα έπρεπε να παρέμβει παίρνοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων και αποκαλύπτοντας την προδοσία των εθνικιστών. Μετά από πολύωρη συνεδρία, αποφασίζεται η συγκρότηση ενιαίου αντιιμπεριαλιστικού μετώπου, διαχωρίζοντας τις λαϊκές μάζες των εθνικιστών από τις ελίτ και τους ηγέτες τους. Η σχετική ανακοίνωση κυκλοφορεί την επόμενη ημέρα, στις 23 Οκτωβρίου.

Στις 24 Οκτωβρίου, ο Γενικός Γραμματέας του Κόμματος, Χαράλαμπος Βατυλιώτης (Βάτης), συναντάται με τον Αρχιεπίσκοπο και τον διαβεβαιώνει για τη συμμετοχή του ΚΚΚ στον αγώνα ενάντια στην αποικιοκρατία. Ο ίδιος απευθύνεται στο συγκεντρωμένο πλήθος στην Αρχιεπισκοπή.

Δύο μέρες αργότερα, στις 26 Οκτωβρίου, ο Βάτης και ο Σκελέας συλλαμβάνονται και χωρίς να καταδικαστούν από δικαστήριο, εξορίζονται στην Αγγλία. Περισσότερα από 50 στελέχη του ΚΚΚ υπέστησαν εξορίες, φυλακίσεις και εκτοπισμούς. Αν και το Κόμμα δεν τέθηκε τυπικά εκτός νόμου, η περίοδος που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από έντονη καταστολή, η οποία οδήγησε το ΚΚΚ σε καθεστώς ημιπαρανομίας και την αναστολή όλων των δημόσιων δράσεων του.

Οι άλυτες αντιθέσεις και οι εσωτερικές διαφωνίες στην καθοδηγητική γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου — σχετικά με το αν η κυπριακή αστική τάξη ήταν υποτελής στους Βρετανούς ή όχι, καθώς και γύρω από το οργανωτικό μοντέλο του κόμματος, δηλαδή αν έπρεπε να λειτουργεί με κλειστή, συμπαγή δομή ή να επιδιώκει εξωστρέφεια και διεύρυνση — έπαιξαν ρόλο στη περιορισμένη επιρροή του στα εργατικά και λαϊκά στρώματα και, τελικά, την αδυναμία του να ηγηθεί της εξέγερσης των Οκτωβριανών. Ωστόσο, αυτές οι αδυναμίες φωτίζουν μόνο την εσωτερική πλευρά του ζητήματος, ενώ στην ουσία αποτελούν συμπύκνωση των αντιφάσεων που προέκυψαν από το 6ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1928.

Η θετική πείρα της Οκτωβριανής Επανάστασης δεν καθιερώθηκε ως κυρίαρχη στρατηγική στις επεξεργασίες της Κ.Δ., η οποία υποτίμησε τον διεθνή χαρακτήρα της εποχής του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Αντί αυτού, κυριάρχησε η θεώρηση ότι ο χαρακτήρας της επανάστασης καθορίζεται από τη θέση κάθε χώρας μέσα στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και τον συσχετισμό δυνάμεων. Το πρόγραμμα της Κ.Δ. τόνιζε την «ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού» και τη συνακόλουθη ποικιλομορφία των δρόμων που μπορεί να οδηγήσουν το προλεταριάτο στην εξουσία, προβλέποντας διαφορετικούς ρυθμούς και μορφές μετάβασης προς τη δικτατορία του προλεταριάτου και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Από αυτή τη βάση διαμορφώθηκε η στρατηγική των σταδίων, η οποία διαχώριζε τρεις τύπους χωρών: τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές, τις μέσου επιπέδου ανάπτυξης και τις μισοαποικιακές και εξαρτημένες. Κάθε κατηγορία αντιστοιχούσε σε διαφορετικό δρόμο κατάκτησης της εξουσίας και σε διαφορετικές μορφές σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και τη λειτουργία της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Έτσι, ενώ η Κομμουνιστική Διεθνής ορθά αναγνώριζε ότι είχαν ωριμάσει οι υλικές προϋποθέσεις του σοσιαλισμού, δεν έθετε στο επίκεντρο τη βασική αντίθεση κεφαλαίου–εργασίας, επιλέγοντας αντ’ αυτού ένα μοντέλο όπου προηγείται ένα μεταβατικό στάδιο πριν από τη δικτατορία του προλεταριάτου. Για τις χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης δινόταν έμφαση στη συμμαχία προλεταριάτου–αγροτιάς και στη μετάβαση από την αστικοδημοκρατική στη σοσιαλιστική επανάσταση, ενώ για τις αποικίες και μισοαποικίες θεωρούνταν αναπόφευκτη η φάση αποικιακών και εθνικών πολέμων.

Από αυτό το ιδεολογικό και στρατηγικό πλαίσιο απορρέουν κρίσιμα ερωτήματα: πόσο αποτελεσματικά λειτούργησε ο κομματικός μηχανισμός υπό καθεστώς παρανομίας, πώς το ΚΚΚ οδηγήθηκε στην αυτοδιάλυση του το 1944, και με ποιον τρόπο μπορεί να συνδεθεί ο εθνικός με τον κοινωνικό αγώνα. Αυτά τα ερωτήματα εξακολουθούν να απασχολούν το κομμουνιστικό κίνημα μέχρι και σήμερα, θέτοντας επιτακτικά το καθήκον της συνεχούς μελέτης και ανάλυσης.

Αυτό το κεφάλαιο της κυπριακής ιστορίας μάς υπενθυμίζει ότι η οργάνωση, η συνειδητοποίηση και η αντίσταση των λαϊκών μαζών δεν γεννήθηκαν σε συνθήκες άνεσης και σταθερότητας. Γεννήθηκαν μέσα από την ανάγκη, την εκμετάλλευση, τη φτώχεια, και μέσα από το όραμα για μια δικαιότερη κοινωνία. Το ΚΚΚ αποτέλεσε έκφραση αυτού του οράματος, θέτοντας θεμέλια για τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες που ακολούθησαν.

Σύντροφοι και συντρόφισσες,

Επιστρέφουμε στο σήμερα. Στην Κύπρο του 21ου αιώνα. Μια πατρίδα ημικατεχόμενη, μια κοινωνία χτυπημένη απ’ την εκμετάλλευση και την αδικία. Εργαζόμενοι που παλεύουν για τα αυτονόητα. Νέοι που μεταναστεύουν γιατί δεν βλέπουν μέλλον. Φτώχεια, ακρίβεια, εργασιακή ανασφάλεια.

Και κάπου εδώ, το ερώτημα που έθεσε ο Λένιν, έρχεται ξανά μπροστά μας καθαρό και πιεστικό:Τι πρέπει να κάνουμε;

Η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Χωρίς μισόλογα και υπεκφυγές. Χρειαζόμαστε τον δικό μας συλλογικό διανοούμενο. Τον δικό μας καθοδηγητή. Το επαναστατικό, εργατικό μας Κόμμα.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι η συνειδητά οργανωμένη ιδεολογική και πολιτική πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Δεν είναι απλώς μια πολιτική οργάνωση, αλλά η ανώτατη μορφή οργάνωσης της τάξης που παράγει όλο τον κοινωνικό πλούτο. Σκοπός του είναι η καθοδήγηση της εργατικής τάξης στον αγώνα για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, με τελικό στόχο την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής κοινωνίας, μια κοινωνίας χωρίς φτώχεια, ανεργία, πολέμους και εκμετάλλευση.

Το Κόμμα αποτελεί τη διαλεκτική ενότητα της θεωρίας και της πράξης. Η επαναστατική θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού δίνει προσανατολισμό και προοπτική στους καθημερινούς αγώνες, ενώ η πράξη επιβεβαιώνει, εξελίσσει και εμπλουτίζει τη θεωρία.

Οι εργάτες, δεν γεννιούνται επαναστάτες. Μέσα από την ίδια την εργασία τους, την επαφή με τους άλλους, και την εμπειρία της εκμετάλλευσης, αρχίζουν να συνειδητοποιούν την κοινή τους θέση και τα κοινά τους συμφέροντα. Έτσι, ενώνουν τις δυνάμεις τους για να βελτιώσουν τους όρους ζωής και δουλειάς τους.

Η πρώτη μορφή έκφρασης αυτής της ανάγκης είναι οι οικονομικοί αγώνες, μέσα στα σωματεία, στις συντεχνίες και στα εργατικά κέντρα, που παλεύουν για οικονομικά αιτήματα: αυξήσεις στους μισθούς, ασφάλιση, δικαιώματα. Το ισχυρότερο όπλο των εργαζομένων είναι η απεργία, όταν δηλαδή οι εργάτες σταματούν να παράγουν, προκαλώντας απώλειες στους εργοδότες. Αυτό είναι ένα πεδίο όπου η εργατική τάξη δοκιμάζει τις δυνάμεις της και ωριμάζει πολιτικά.

Όμως, οι οικονομικοί αγώνες, όσο αναγκαίοι κι αν είναι, δεν αρκούν. Περιορίζονται σε μερικές και προσωρινές κατακτήσεις. Η αστική τάξη και το κράτος της βρίσκουν πάντα νέους τρόπους να επιτεθούν ξανά στα δικαιώματα των εργαζομένων, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας.

Μέσα από τους αγώνες, οι πιο συνειδητοποιημένοι εργάτες αρχίζουν να κατανοούν ότι η τάξη τους παράγει όλο τον πλούτο, ενώ η αστική τάξη απλώς ζει παρασιτικά από την εκμετάλλευση. Συνειδητοποιούν ότι χωρίς την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, καμία πραγματική αλλαγή δεν μπορεί να γίνει.

Έτσι γεννιέται η ανάγκη για τη συγκρότηση της εργατικής τάξης στο δικό της πολιτικό κόμμα, το Κομμουνιστικό Κόμμα. Το Κόμμα δεν είναι απλώς ένα κόμμα εργατών – είναι η πολιτική και ιδεολογική τους πρωτοπορία, με σταθερό αντικαπιταλιστικό και επαναστατικό προσανατολισμό.

Το κράτος – δηλαδή η οργανωμένη πολιτική εξουσία της αστικής τάξης, κυβερνά με την δικτατορία του κεφαλαίου. Εμείς παλεύουμε για τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Το Κόμμα της εργατικής τάξης είναι μονολιθικό, πειθαρχημένο και οργανωμένο. Δε λειτουργεί σαν άθροισμα ατομικών απόψεων. Χαρακτηρίζεται από ιδεολογική και οργανωτική ενότητα και η βασική αρχή στην οργανωτική του δομή είναι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός. Η πειθαρχία και η συλλογικότητα πάνε μαζί. Κάθε μέλος συμμετέχει, εκλέγει, κρίνει, αλλά ταυτόχρονα δεσμεύεται να εφαρμόζει τις συλλογικές αποφάσεις.

Το Κόμμα πρέπει να έχει γερούς δεσμούς με την εργατική τάξη, να εμπνέει εμπιστοσύνη, να καθοδηγεί τους σημερινούς αγώνες με βάση ένα αγωνιστικό πλαίσιο και, ταυτόχρονα, να προετοιμάζει τις συνθήκες για την επαναστατική αλλαγή.

Η επαναστατική θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού πρέπει να επεξεργάζεται συνεχώς τις σύγχρονες συνθήκες, να μελετά τη διεθνή και εγχώρια πείρα, να απαντά στα νέα φαινόμενα.

Η ύπαρξη και δράση του Κόμματος βασίζεται στη διαλεκτική ενότητα της επαναστατικής θεωρίας και πράξης. Η θεωρία χωρίς πράξη είναι άδεια. Η πράξη χωρίς θεωρία είναι τυφλή.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν δρα απομονωμένα. Στηρίζεται στην αρχή του προλεταριακού διεθνισμού – στη μαχητική ενότητα του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Η νίκη της εργατικής τάξης σε μια χώρα δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς την αλληλεγγύη των εργατών όλου του κόσμου.

Όπως έγραφε ο Λένιν: “Η κυριαρχία του κεφαλαίου είναι διεθνής. Να γιατί και η πάλη των εργατών όλων των χωρών για την απελευθέρωσή τους σημειώνει επιτυχία μόνο όταν είναι κοινή πάλη των εργατών ενάντια στο διεθνές κεφάλαιο”.

Το παράδειγμα των Κυπρίων κομμουνιστών που πολέμησαν στον Ισπανικό Εμφύλιο ή ενάντια στον φασισμό κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δείχνει έμπρακτα τον διεθνιστικό χαρακτήρα του κυπριακού κομμουνιστικού κινήματος.

Τα κύρια καθήκοντα των Κύπριων κομμουνιστών σήμερα είναι η σύνδεση του αντικατοχικού αγώνα με τον αντικαπιταλιστικό αγώνα, η ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος με την ενότητα της εργατικής τάξης, ντόπιων και μεταναστών και η συμμαχία με τα λαϊκά στρώματα (αγρότες, αυτοαπασχολούμενοι, υποαπασχολούμενοι, επιστήμονες).

Μόνο ένα ισχυρό, ταξικά προσανατολισμένο Κομμουνιστικό Κόμμα μπορεί να εμπνεύσει και να καθοδηγήσει έναν τέτοιο δρόμο. Μόνο ένα τέτοιο Κόμμα μπορεί να δώσει προοπτική, όχι απλώς επιβίωσης, αλλά απελευθέρωσης και εργατικής χειραφέτησης.

Για να υπάρξει δίκαιη και βιώσιμη λύση στο Κυπριακό, πρέπει να αποκοπεί κάθε εξάρτηση από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και να συνδεθεί με την πάλη για την εργατική εξουσία και τον σοσιαλισμό.

Η ιστορική εμπειρία απέδειξε ότι χωρίς επαναστατικό κόμμα, δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα. Και χωρίς επαναστατικό κίνημα πάντα θα επανερχόμαστε σε λογικές διαχείρισης του αστικού κράτους ή σε λογικές διχοτόμησης. Λογικές με τις οποίες ένα Κομμουνιστικό κόμμα, δεν θα συμβιβαστεί ποτέ.

Η πάλη για μια σοσιαλιστική Κύπρο, είναι παγκόσμια, επίκαιρη και αναγκαία. Καθήκον των κομμουνιστών είναι να συνδέσουν την καθημερινή πάλη με την στρατηγική προοπτική της εργατικής εξουσίας, να χτίσουν το Κόμμα της επανάστασης, να ετοιμάσουν τις δυνάμεις για τις αναμετρήσεις του μέλλοντος.

Δεν υπάρχει έξοδος για την εργατική τάξη χωρίς:

  • επαναστατική θεωρία
  • οργάνωση
  • πολιτική εξουσία

Γιατί ο κόσμος της δουλειάς δεν έχει τίποτα να χάσει παρά τις αλυσίδες του – έχει όμως να κερδίσει έναν ολόκληρο κόσμο.

Ο αγώνας μας είναι δύσκολος. Αλλά είναι δίκαιος, αναγκαίος και θα είναι νικηφόρος.”

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *