Κυριαρχία, Διχοτόμηση και Ιμπεριαλισμός: Η ουσία του Κυπριακού πίσω από τα “νομικά θέματα” και τις “τεχνικές πτυχές”

*Άρθρο του Επικεφαλής του Γραφείου Κυπριακού της ΚΠΚ, Πάμπου Λοΐζου

Με την εκλογή Τουφάν Ερχιουρμάν στο κατεχόμενο από την Τουρκία βόρειο μέρος της Κύπρου, κόμματα, ακαδημαϊκοί, επιχειρηματικοί κύκλοι, ξένες πρεσβείες και άλλοι μιλούν για μια «νέα δυναμική» και εκτιμούν ότι θα υπάρξει πρόοδος για επίλυση του κυπριακού. Η συζήτηση όμως, αντί να μπει στην ουσία του κυπριακού, την εισβολή, την κατοχή, τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα που συντηρούν την εισβολή και την κατοχή,  μένει λίγο στα ρηχά, σε —ας τα ονομάσουμε —λιγότερο ουσιαστικά θέματα. Ένα τέτοιο θέμα, αφορά ζητήματα νομοτεχνικά και την προσπάθεια που καταβάλλεται να εξηγηθούν ή να ερμηνευτούν διάφορες δηλώσεις του νέου ηγέτη της τ/κ κοινότητας.  Στόχος αυτού του άρθρου είναι να συζητήσει και να ερμηνεύσει από μια άλλη σκοπιά, αυτά τα ζητήματα.

Η συζήτηση για την κυριαρχία, όταν παρουσιάζεται ως νομικό θέμα με τεχνικές πτυχές, ως «δικοινοτική» ή ως «διακρατική», δεν αποτελεί λεπτομέρεια ούτε ένα θέμα που εξαντλείται σε αρθρογραφικού τύπου διευκρινίσεις για το Κυπριακό. Είναι το σημείο όπου αποκαλύπτεται ο τρόπος σκέψης και ανάλυσης του καθενός ή οι πραγματικές του αντιφάσεις. Η αποικιοκρατική κληρονομιά, τα συμφέροντα των αστικών τάξεων και οι ανταγωνισμοί των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που χρησιμοποιούν την Κύπρο για στρατηγικά οφέλη, καθώς και οι ιμπεριαλιστικοί συσχετισμοί, συνιστούν το κύριο πρόβλημα.

Αντί όμως αυτά να καθορίζονται ως προτεραιότητα, η συζήτηση μετατοπίζεται αλλού, ουσιαστικά σκεπάζοντάς τα κάτω από το χαλί. Όταν η κυριαρχία δεν νοείται ως ενιαία λαϊκή κυριαρχία, αλλά διαχωρίζεται σε δύο ξεχωριστές «κρατικές κυριαρχίες», αυτό δεν αποτελεί πρόοδο ούτε λύση· αντίθετα, συνιστά αλλοίωση της έννοιάς της και μετατροπή της σε μηχανισμό διχοτόμησης.

Σε ένα πρόσφατο άρθρο του, ο Νιαζί Κιζίλγιουρεκ, περιγράφει σωστά το ιστορικό πλαίσιο: ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν συγκροτήθηκε με βάση το δικαίωμα αυτοδιάθεσης, (αλλά ως κατασκευή ιμπεριαλιστικής διαπραγμάτευσης, δηλαδή μέσα από ιμπεριαλιστικό συμβιβασμό). Η κυριαρχία της ήταν δομικά περιορισμένη από την γέννηση της, μέσω συνθηκών που δεν μπορούσαν να τροποποιηθούν, των ξένων βάσεων και των δικαιωμάτων επέμβασης των εγγυητριών δυνάμεων. Καταπιάνεται με το ζήτημα της κυριαρχίας, το οποίο σήμερα παραμένει κεντρικό εργαλείο στην πολιτική σύγκρουση των ιμπεριαλιστικών κέντρων και των αστικών ηγεσιών.

Για να δούμε την πραγματική βάση του προβλήματος, πρέπει πρώτα όμως να απαντηθεί ποια είναι η τάξη που εκφράζει κάθε έννοια κυριαρχίας και ποιό ιμπεριαλιστικό κέντρο επιδιώκει να την επιβάλει. Με άλλα λόγια να πάρουμε τη συζήτηση από το επίπεδο του “συντάγματος” και των “νομικών όρων”, στο πραγματικό πεδίο, της εξουσίας της αστικής τάξης, και της ταξικής πάλης.

Ο όρος πολιτική ισότητα όπως καθορίστηκε από τα Ηνωμένα Έθνη στο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στο 716/1991 μιλά ρητά για τις δύο κοινότητες — Ελληνοκυπριακή και Τουρκοκυπριακή — εντός ενός ενιαίου κυρίαρχου κράτους. Δεν αφορά κράτη, δεν αφορά συνομοσπονδία. Αντίθετα, η κυριαρχική ισότητα που επιδιώκει η τουρκική και η τ/κ πλευρά αφορούν δύο ξεχωριστά κράτη. Γιατί το λέμε αυτό — πρόσφατες δηλώσεις του Ερχιουρμάν: όπως  «η πολιτική ισότητα των 2 συνιστώντων κρατών», «λύση βασισμένη σε δύο ισότιμα ιδρυτικά κράτη», «μπορείτε να το ονομάσετε ομοσπονδία ή συνομοσπονδία, αυτό που μετρά είναι το περιεχόμενο», «ο τουρκοκυπριακός λαός έχει κράτος. Αυτό είναι η ΤΔΒΚ» μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο στόχος είναι «δύο κράτη» με διεθνή υπόσταση. Αυτή η διάκριση δεν είναι τεχνική. Είναι ταξική:

  • Η πολιτική ισότητα εντός ενιαίας κυριαρχίας μπορεί να λειτουργήσει μόνο σε συνθήκες λαϊκής κυριαρχίας και αποστρατιωτικοποίησης. Παρόλα αυτά πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου ότι η πολιτική ισότητα των κοινοτήτων δεν μπορεί να λύσει την ανισότητα των τάξεων. Άρα σαφώς και δεν είναι το ίδιο.
  • Η κυριαρχική ισότητα αναπαράγει τα αποτελέσματα του 1974, κατοχυρώνει την παρουσία της Τουρκίας και στηρίζει τα συμφέροντα της τ/κ αστικής τάξης εξαρτημένης από το τουρκικό κεφάλαιο νομιμοποιώντας έναν μόνιμο διαχωρισμό. Άρα σαφώς είναι χειρότερη από την πολιτική ισότητα και μη επιθυμητή.

Εμείς όμως, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, δεν μένουμε στη νομική φύση της κυριαρχίας, δηλαδή σε μια συνταγματική τεχνική διαμάχη, ούτε δεχόμαστε ως δεδομένο το δίπολο ΔΔΟ ή διχοτόμηση, αλλά εντάσσουμε την ανάλυση μας στο πεδίο της ταξικής πάλης και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η συζήτηση για κυριαρχία στην πραγματικότητα είναι κορυφαίο ζήτημα εξουσίας: ποια τάξη θα καθορίσει το μέλλον του νησιού, και ποια ιμπεριαλιστική δύναμη θα νομιμοποιηθεί ως «εγγυήτρια».

Το πραγματικό πρόβλημα του κυπριακού είναι ότι σε όλες τις μορφές λύσης που τίθενται στο τραπέζι, παραμένει όχι απλώς άθικτη, αλλά προϋπόθεση η κυριαρχία του ιμπεριαλισμού πάνω στο νησί, πάνω στον λαό μας.

Η ΔΔΟ, όπως προωθείται σήμερα,  διατηρεί τις βάσεις και ενισχύει τον ρόλο της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Παγιώνει την διαίρεση Ε/κ και Τ/κ κάνοντας θεσμό τις δυο κοινότητες ως ξεχωριστές οντότητες σε μόνιμη διαπραγμάτευση και ανταγωνισμό, και νομιμοποιεί την Τουρκία ως μόνιμο παράγοντα του κυπριακού κράτους.

Αυτό είναι το πρόβλημα που εντοπίζουμε εμείς.

Η βασική αντιπαράθεση δεν πρέπει να είναι, (ούτε πρέπει να διαβάζουμε έτσι την ιστορία) ανάμεσα σε δύο κοινότητες, αλλά ανάμεσα σε δύο τάξεις. Η διχοτόμηση στην ουσία της δεν είναι απλώς εθνοτική, αλλά βαθιά ταξική και ιμπεριαλιστική. Η διχοτόμηση χωρίζει την εργατική τάξη και διαιρεί τον λαό.

Από την άλλη η πολιτική ισότητα των κοινοτήτων δεν μπορεί να λύσει την ανισότητα των τάξεων, αντίθετα υπάρχει ο κίνδυνος να ενισχύει την διαίρεση πίσω από ρυθμίσεις που βασίζονται σε εθνοτικούς διαχωρισμούς. Τέλος η κυριαρχική ισότητα, σίγουρα, είναι το όχημα της τουρκικής αστικής τάξης να εδραιώσει τον στρατηγικό της έλεγχο στο νησί και να ενισχύσει την περιφερειακή της ισχύ σε όλο το εύρος της Ανατολικής Μεσογείου. Να μετατρέψει την de facto διχοτόμηση σε de jure — με άμεση ή έμμεση αναγνώριση της ΤΔΒΚ, μετατροπή της σε «συνιστών κράτος» δηλαδή με διεθνή υπόσταση, άρα νομιμοποίηση του αποτελέσματος της εισβολής. Ουσιαστικά ακύρωση της ενιαίας κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και του ενός λαού. Δυστυχώς, αυτό δηλαδή που εισηγείται ο συγγραφέας στο τέλος του άρθρου του ως σωστή και βιώσιμη προοπτική για το Κυπριακό. Όπως αναφέρει: «-Οι Τουρκοκύπριοι δεν θα έχουν κυρίαρχη ισότητα. Θα ασκούν εσωτερική κυριαρχία στο Συνιστών κράτος.  -Οι Ελληνοκύπριοι δεν θα έχουν κυρίαρχη ισότητα. Θα ασκούν εσωτερική κυριαρχία στο Συνιστών κράτος. -Η εξωτερική κυριαρχία θα ασκείται από κοινού. -Τα Συνιστώντα Κράτη θα έχουν ισότιμο στάτους και θα μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες με ξένα κράτη μόνο στα πλαίσια που προβλέπει το ομοσπονδιακό σύνταγμα.»

Γι’ αυτό, κάθε συζήτηση για κυριαρχία πρέπει να μετατοπιστεί από το νομικό στο ταξικό πεδίο.

Η κυριαρχία – η πολιτική εξουσία, που δεν είναι λαϊκή δεν είναι πραγματική, όπως δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική αυτοδιάθεση όσο μια χώρα παραμένει εξαρτημένη στα ιμπεριαλιστικά κέντρα ισχύος. Κάθε τέτοια “αυτοδιάθεση” είναι απλώς αυταπάτη. Μια ομοσπονδιακή λύση υπό καθεστώς κατοχής, ξένων βάσεων και διεθνούς επιτήρησης δεν μπορεί να είναι ενιαία θεσμικά και πολιτειακά κυρίαρχη, ουσιαστικά δεν είναι λύση, ενώ μια συνομοσπονδιακή λύση ισοδυναμεί με τη νομιμοποίηση της κατοχής και της διχοτόμησης. Και επειδή είναι το εύκολο να απορρίψουμε την κυριαρχική ισότητα—την διχοτόμηση, ας σκεφτούμε τι σημαίνει πολιτική εξουσία, ποια τάξη ή ποια κοινωνική δύναμη ελέγχει το κράτος και τους μηχανισμούς του ώστε να καθορίζει την πολιτική εξουσία, την ιδεολογική ηγεμονία, τις δεσμευτικές αποφάσεις, να φτιάχνει νόμους, να διαχειρίζεται τους θεσμούς, να καθορίζει την οικονομική πολιτική, πως λειτουργεί το κράτος, πως προστατεύετε το κεφάλαιο.

Απέναντι σε αυτό το αδιέξοδο, η μόνη ρεαλιστική διέξοδος είναι η ταξική ενότητα των εργατών Ε/κ και Τ/κ, που θα συγκρουστεί με τις αστικές ηγεσίες και τα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Μόνο ένα ενιαίο, αποστρατιωτικοποιημένο από ξένα στρατεύματα και αγήματα, κράτος, όπου η εξουσία ασκείται από την εργατική τάξη και όχι από το κεφάλαιο, μπορεί να καταργήσει τις ρίζες της διχοτόμησης και να μετατρέψει την Κύπρο από πεδίο ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που αποφασίζουν άλλοι γι’ αυτό, σε λαό που καθορίζει ο ίδιος το μέλλον του. Μια κυριαρχία, ένας λαός, ένα κράτος.