Η ψήφιση του νέου νομοθετικού πλαισίου για την ανάκληση και αφαίρεση διεθνούς προστασίας παρουσιάζεται ως «θωράκιση της δημόσιας τάξης». Εντάσσεται όμως σε μια βαθύτερη στρατηγική: τη δημιουργία ενός σταθερού αποθέματος φθηνής, ευέλικτης και απροστάτευτης εργασίας. Ένα τμήμα του πληθυσμού μετατρέπεται θεσμικά σε εργατική δύναμη χωρίς δικαιώματα, χωρίς σταθερότητα και χωρίς δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης, άρα σε δυναμικό εύκολα εκμεταλλεύσιμο από το κεφάλαιο.
Το γεγονός ότι πολλοί αιτητές ασύλου προέρχονται από χώρες που έχουν ρημάξει οι επεμβάσεις, οι κυρώσεις, οι πολεμικές επιχειρήσεις και οι οικονομικές στρατηγικές των ιμπεριαλιστικών κέντρων, στα οποία η Κυπριακή Δημοκρατία συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα μέσω της ΕΕ και του ΝΑΤΟϊκού πλέγματος, παραμένει επιμελώς έξω από τη δημόσια συζήτηση.
Η ίδια η ΕΕ επιδιώκει να εξωτερικεύσει τα σύνορα, εμποδίζοντας την αναχώρηση ανθρώπων που προσπαθούν να σωθούν, μετατρέποντας τη φυγή τους σε πιο επικίνδυνη και θανατηφόρα διαδικασία. Η Κύπρος ευθυγραμμίζεται πλήρως με αυτή τη στρατηγική.
Η επίκληση του «εγκλήματος» λειτουργεί ως ιδεολογική ομπρέλα συσκότησης της πραγματικότητας. Μια σειρά ατομικών πράξεων (πολλές φορές αμφιβόλου εγκυρότητας αναφορών) παρουσιάζονται ως συλλογικό χαρακτηριστικό, αποκρύπτοντας ότι η εγκληματικότητα έχει κοινωνικές ρίζες, ταξική διαστρωμάτωση και δομικούς μηχανισμούς αναπαραγωγής.
Ταυτόχρονα, η πραγματική παρεμβατικότητα των ισχυρών οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων στην απονομή δικαιοσύνης δεν προβάλλεται ποτέ. Έτσι, η πολιτική αντιπαράθεση που αναπτύχθηκε δεν στοχεύει πραγματικά την εγκληματικότητα, όπως εξάλλου έχουμε δει σε άλλες περιπτώσεις πχ. τις δολοφονίες μέρα μεσημέρι στη Λεμεσό, αλλά το πιο ευάλωτο τμήμα των εργαζομένων.
Η μεταφορά διοικητικών εξουσιών στο Υφυπουργείο και η δυνατότητα διοικητικών απελάσεων χωρίς επαρκή δικαστικό έλεγχο αποκαλύπτουν τη βαθιά κρίση του ίδιου του Κυπριακού αστικού κράτους.
Αυτό που ονομάζεται κράτος δικαίου, η θεωρητική υπερηφάνεια της αστικής δημοκρατίας, αποκαλύπτεται σε ιδεατό σχήμα χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Η ρητορική περί «κανόνων» και «θεσμών» αποκαλύπτει τα όριά της: ακόμη και με τα δικά τους κριτήρια, οι θεσμικές εγγυήσεις υποχωρούν μπροστά στην πολιτική σκοπιμότητα.
Η στρατηγική αυτή δεν αφορά μόνο τους αιτητές ασύλου. Αποτελεί πειραματικό εργαστήριο γενικής αποδιάρθρωσης δικαιωμάτων. Η ιστορία δείχνει ότι οι εξαιρέσεις που πρώτα επιβάλλονται στους ξένους εκτείνονται αργότερα στους Κύπριους εργαζόμενους. Όσο δημιουργείται μια τάξη «εργατών χωρίς φωνή», τόσο συμπιέζονται οι απαιτήσεις και οι δυνατότητες για αξιοπρεπή ζωή για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα.
Η Κομμουνιστική Πρωτοβουλία Κύπρου καλεί την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα να δουν την πραγματικότητα πίσω από την προπαγάνδα. Το νέο καθεστώς εντείνει την εκμετάλλευση, υπονομεύει ακόμη και τις τυπικές δημοκρατικές ελευθερίες, νομιμοποιεί την αφαίρεση δικαιωμάτων και συγκαλύπτει τη συμμετοχή της χώρας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα που παράγει τον ίδιο τον ξεριζωμό.
Η απάντηση βρίσκεται στη συλλογική οργάνωση, την ταξική αλληλεγγύη και την υπεράσπιση όλων των εργαζομένων, Κυπρίων και μεταναστών.
Η ΚΠΚ θα συνεχίσει να παρεμβαίνει με αυτή την κατεύθυνση, απέναντι σε κάθε πολιτική που χρησιμοποιεί τον φόβο για να επιβάλει κοινωνική και εργασιακή οπισθοδρόμηση.
