Η κυβέρνηση μπλέκει τον λαό σε τεράστιους κινδύνους

Οι προτάσεις που παρουσίασε ο Νίκος Χριστοδουλίδης, όπως αποτυπώνονται από άρθρα σε κυπριακές εφημερίδες, σχετικά με το ΝΑΤΟ την Τουρκιά και τις σχέσεις της με την ΕΕ, δεν συνιστούν απλώς μια τακτική ή μια πρωτοβουλία «αποκλιμάκωσης» με την Τουρκία. Εντάσσονται σε έναν ευρύτερο γεωστρατηγικό σχεδιασμό της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο. Η αξιοποίηση της επικείμενης Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ ως μοχλού διαπραγμάτευσης με την Άγκυρα, δείχνει ότι το Κυπριακό αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως ζήτημα διαχείρισης ιμπεριαλιστικών σχέσεων και όχι ως πρόβλημα κατοχής και συνεχιζόμενης παραβίασης της κυριαρχίας ενός λαού.

Η σύνδεση της συμμετοχής της Κύπρου στο πρόγραμμα Partnership for Peace —  Συνεταιρισμός για την Ειρήνη με «δεσμεύσεις για πάρε δώσε — βήμα βήμα» στις σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας αποκαλύπτει μια επικίνδυνη λογική παραχωρήσεων και ανταλλαγμάτων.  Στην πράξη, η κυβέρνηση εμφανίζεται έτοιμη να εντάξει την Κυπριακή Δημοκρατία βαθύτερα στο νατοϊκό πλέγμα, προσφέροντας πολιτικά και θεσμικά ανταλλάγματα στην Τουρκία, χωρίς καμία ουσιαστική δέσμευση για τερματισμό της κατοχής. Η ένταξη στο πρόγραμμά Συνεταιρισμός για την Ειρήνη, αποτελεί στην πραγματικότητα στρατηγική επιλογή ευθυγράμμισης με τον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό.

Για την ΕΕ, οι προτάσεις αυτές ενισχύουν τον ρόλο της ως γεωπολιτικού δρώντα που επιδιώκει «σταθερότητα» στην Ανατολική Μεσόγειο, όχι προς όφελος των λαών. Η έγνοια της, το μόνο πραγματικό της ενδιαφέρον, είναι η εξασφάλιση ενεργειακών διαδρομών, αγορών και στρατιωτικής σύνδεσης με το ΝΑΤΟ. Η κυβέρνηση, με τη συνενοχή των αστικών κομμάτων, θυσιάζει στο όνομα της «ευρωπαϊκής αξιοπιστίας», κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου και προβαίνει σε περαιτέρω υποχωρήσεις στο Κυπριακό.

Για το ΝΑΤΟ, η πρόταση Χριστοδουλίδη υπηρετεί ξεκάθαρα τον στόχο πλήρους ενσωμάτωσης της Κύπρου στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς. Η «ευθυγράμμιση» της Εθνικής Φρουράς με τα νατοϊκά πρότυπα και η προετοιμασία για μελλοντική ένταξη δεν συνιστούν άμυνα απέναντι στην κατοχή, αλλά αποδοχή του ΝΑΤΟ ως εγγυητή, του ίδιου μηχανισμού που ιστορικά ανέχθηκε και διευκόλυνε τη διχοτόμηση, και του οποίου το περιφερειακό διευθυντήριο θα είναι στην Άγκυρα.

Η Τουρκία, τέλος, εμφανίζεται ως κερδισμένη, ανεξαρτήτως έκβασης. Ακόμη και χωρίς άμεσες παραχωρήσεις στο Κυπριακό, ενισχύει τη διαπραγματευτική της θέση έναντι της ΕΕ, αναβαθμίζεται ως περιφερειακή δύναμη και διατηρεί τον στρατηγικό της έλεγχο στα κατεχόμενα.

Οι προτάσεις αυτές δεν ανοίγουν δρόμο για δίκαιη και βιώσιμη λύση, αλλά εντάσσουν το Κυπριακό βαθύτερα στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Η ειρήνη και η επανένωση δεν μπορούν να προκύψουν από τέτοιες διευθετήσεις «αποκλιμάκωσης», και προτάσεις πάρε – δώσε με χαμένο τον λαό.

Οι προϋποθέσεις για λύση, ειρήνη και επανένωση μπορούν να έρθουν μόνο από τη ρήξη του λαού με το ιμπεριαλιστικό πλαίσιο και την κοινή πάλη του ενάντια στην διχοτόμηση.