Για τέσσερα ολόκληρα χρόνια, μια γυναίκα καταγγέλλει δημόσια ότι υπήρξε θύμα πολλαπλών βιασμών από την παιδική της ηλικία. Καταθέτει στοιχεία, δηλώνει πως διαθέτει οπτικό υλικό και κατονομάζει πρόσωπα από τον χώρο της δικαιοσύνης, της πολιτικής και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Μιλά για οργανωμένο δίκτυο κακοποίησης γυναικών και παιδιών, για διακίνηση ναρκωτικών και για παιδικό trafficking με διασυνδέσεις στην κρατική εξουσία.
Τις τελευταίες εβδομάδες, η υπόθεση αυτή αποκάλυψε τη βαθιά σήψη ενός ολόκληρου συστήματος. Ένα σύστημα που προστατεύει τους ισχυρούς και εγκαταλείπει τα θύματα.
Για τέσσερα χρόνια, το αστικό κράτος παρέμεινε σιωπηλό στις κραυγές για βοήθεια. Η Γενική Εισαγγελία, η Νομική Υπηρεσία, η Αστυνομία και οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Πρόνοιας παρέμειναν εκκωφαντικά απόντες. Το ίδιο και οι διάφορες «αρμόδιες» ΜΚΟ, που χρηματοδοτούνται με κρατικό και ευρωπαϊκό χρήμα για να λειτουργούν ως άλλοθι κοινωνικής πολιτικής. Η απουσία τους δεν ήταν αμέλεια. Ήταν πολιτική επιλογή.
Η υπόθεση αυτή αποκαλύπτει με καθαρό τρόπο τη σήψη του αστικού κράτους και των θεσμών του. Ένα σύστημα που προστατεύει την οικονομική και πολιτική ελίτ και εγκαταλείπει τους αδύναμους. Το κοινό στοιχείο σε όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και γεγονότα είναι η εμπορευματοποίηση των σωμάτων και της ζωής.
Σε ένα σύστημα δομημένο να υπερασπίζεται τα συμφέροντα των τραπεζών, των επενδύσεων και των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, η γυναίκα αντιμετωπίζεται ως φθηνό εργατικό δυναμικό, ως απλήρωτη φροντίστρια, ως αναλώσιμος πόρος. Για να διατηρηθεί αυτή η εκμετάλλευση, πρέπει να παραμένει φοβισμένη, εξαρτημένη και κοινωνικά απομονωμένη και η βία λειτουργεί ως εργαλείο πειθάρχησης.
Η πραγματική καταπολέμηση της έμφυλης βίας προϋποθέτει σύγκρουση με τον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Προϋποθέτει δημόσιες δομές φιλοξενίας, οικονομική ανεξαρτησία των θυμάτων, κοινωνική κατοικία, δωρεάν νομική και ψυχολογική στήριξη, παιδική φροντίδα και καθολική πρόσβαση στην εκπαίδευση. Προϋποθέτει ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος. Όμως στον καπιταλισμό, το κράτος λειτουργεί ως μηχανισμός υπεράσπισης της κερδοφορίας των μονοπωλίων και όχι της κοινωνικής ευημερίας.
Αυτό ακριβώς αποδομείται συστηματικά. Η τακτική ιδιωτικοποίησης της αντιμετώπισης της βίας, με τη μεταφορά ευθυνών σε ΜΚΟ μέσω απευθείας αναθέσεων εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, αποκαλύπτει την πραγματική τους αντίληψη για το ζήτημα.
Δεν είναι τυχαίο ότι παρόλη την τυπική «ευαισθησία» του αστικού κράτους στα ανθρώπινα δικαιώματα, οι γυναικοκτονίες αυξάνονται, η παιδική κακοποίηση γίνεται καθημερινότητα για χιλιάδες παιδιά, τα «παράπονα» για σωματική και ψυχολογική κακοποίηση σπάνια μετατρέπονται σε καταγγελίες και οι καταγγελίες σπάνια οδηγούν σε δικαίωση, ενώ τα θύματα που τολμούν να μιλήσουν, κακοποιούνται ξανά μέσα από τη θεσμική διαδικασία, στα αστυνομικά τμήματα, στα δικαστήρια και στα μέσα ενημέρωσης. Για αυτό η αστυνομία προτρέπει τα θύματα να «τα βρουν» με τον κακοποιητή τους ή τις «προστατεύουν» συμβουλεύοντας τες να το ξεχάσουν για να μην κινδυνεύσουν. Οι αυτεπάγγελτες έρευνες σπάνια διεξάγονται αφού χρειάζεται η κοινωνική κατακραυγή για να ενεργοποιηθούν.
Η βία κατά των γυναικών αγγίζει όλα τα κοινωνικά στρώματα, ανεξάρτητα από μορφωτικό ή οικονομικό υπόβαθρο. Η ταξική θέση όμως του θύματος, καθορίζει τα μέσα που διαθέτει για να σπάσει τον κύκλο της κακοποίησης.
Η γυναίκα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων βιώνει διπλή εκμετάλλευση: ως εργαζόμενη και ως απλήρωτη φροντίστρια μέσα στην οικογένεια. Η οικονομική εξάρτηση, η ανασφάλεια και η ανεργία αποτελούν πρόσφορο έδαφος για την αναπαραγωγή και τη συντήρηση της βίας. Η κακοποίηση δεν είναι ατομικό πρόβλημα, αλλά κοινωνικό φαινόμενο με βαθιές ταξικές ρίζες.
«Δεν είχε παράπονο, δεν καταθέτει». Η μόνιμη δικαιολογία για να καλύπτουν τη δική τους ανικανότητα παροχής ουσιαστικής προστασίας. Μια φράση που λειτουργεί διαχρονικά ως άλλοθι συγκάλυψης.
Χαρακτηριστική είναι η γνωστή περίπτωση γυναίκας που νοσηλεύτηκε για δεκαπέντε ημέρες μετά από ξυλοδαρμό από τον σύζυγό της. Η αρχική καταγγελία αποσύρθηκε και από το 2017 μέχρι σήμερα δεν διεξήχθη καμία ουσιαστική αυτεπάγγελτη έρευνα, ούτε ενεργοποιήθηκε κάποιο πρωτόκολλο στήριξης. Το θύμα «δεν είχε παράπονο».
Ο Στυλιανός αυτοκτόνησε περιμένοντας αυτή την αυτεπάγγελτη έρευνα. Η μάνα του έμεινε χωρίς δόντια από το ξύλο και κατέληξε στο ψυχιατρείο και ο Στυλιανός δεν είχε πια τίποτα να ελπίζει. Οι κρατικές υπηρεσίες απούσες για 14 χρόνια, τόσο άντεξε ο Στυλιανός την κακοποίηση. Έπρεπε να αυτοκτονήσει για να κινητοποιηθούν οι «αρμόδιοι» πετώντας το μπαλάκι των ευθυνών ο ένας στον άλλον.
Τα γεγονότα δεν προσφέρονται για επιφανειακή ανάγνωση ή για επιλεκτική αγανάκτηση όταν ο θύτης είναι δημόσιο πρόσωπο. Η στάση των αστικών κομμάτων διαχρονικά επιβεβαιώνει τον ταξικό τους χαρακτήρα. Όταν ο θύτης ανήκει στον πολιτικό τους χώρο, επικρατεί σιωπή και προσπάθεια συγκάλυψης. Όταν δεν ανήκει, αξιοποιείται επικοινωνιακά. Σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητα τους δεν είναι η προστασία του θύματος, αλλά η διαχείριση του πολιτικού κόστους ή της πολιτικής εκμετάλλευσης ανάλογα, ενώ οι γυναικείες οργανώσεις τους παραμένουν εκκωφαντικά απούσες.
Την ίδια στιγμή, διεθνή σκάνδαλα αποκαλύπτουν δίκτυα σεξουαλικής εκμετάλλευσης με εμπλοκή της παγκόσμιας ελίτ. Πρώην και νυν πρόεδροι, πρωθυπουργοί, υπουργοί και μεγιστάνες πολυεθνικών αισθάνονται άτρωτοι, γνωρίζοντας ότι η εξουσία και το χρήμα μπορούν να εξαγοράσουν τη σιωπή.
Όλα αυτά δεν είναι τυχαία. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Ένα σύστημα που κοστολογεί τη ζωή, δεν μπορεί να προστατεύσει τα θύματα.
Η βία κατά των γυναικών δεν αντιμετωπίζεται με δηλώσεις, επικοινωνιακές καμπάνιες και προγράμματα βιτρίνας. Δεν αντιμετωπίζεται με ΜΚΟ-διαμεσολαβητές και εργολαβίες «ευαισθησίας». Αντιμετωπίζεται μόνο με συγκεκριμένα μέτρα, με ευθύνη του κράτους και με επίκεντρο τις ανάγκες των θυμάτων.
Απαιτούμε:
- Τη δημιουργία και επαρκή στελέχωση δημόσιων και δωρεάν δομών φιλοξενίας σε όλες τις πόλεις και τις επαρχίες.
- Τη διασφάλιση μόνιμης και αξιοπρεπούς στέγης για κάθε γυναίκα που απομακρύνεται από κακοποιητικό περιβάλλον.
- Την πλήρη οικονομική στήριξη των θυμάτων, με πρόσβαση σε σταθερή εργασία και κοινωνική προστασία.
- Δωρεάν νομική, ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη, χωρίς προϋποθέσεις και γραφειοκρατικά εμπόδια.
- Εξειδικευμένο και υποχρεωτικά εκπαιδευμένο προσωπικό σε αστυνομία, δικαιοσύνη και κοινωνικές υπηρεσίες.
- Αυτεπάγγελτες έρευνες σε κάθε περίπτωση σοβαρής κακοποίησης, ανεξάρτητα από τη στάση του θύματος.
- Πρόληψη μέσα από την εκπαίδευση, με ουσιαστική σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και καλλιέργεια σχέσεων ισοτιμίας στα σχολεία.
- Κατάργηση της ιδιωτικοποίησης της κοινωνικής πολιτικής και ενίσχυση των δημόσιων δομών πρόνοιας.
Αυτά για μας δεν είναι «παροχές». Είναι δικαιώματα.
Δικαιώματα που κατακτούνται μόνο με αγώνα, συλλογική οργάνωση και σύγκρουση με την πολιτική που θυσιάζει τη ζωή και την αξιοπρέπεια στον βωμό του κέρδους.
Η απελευθέρωση των γυναικών δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ανατροπή της κοινωνίας της εκμετάλλευσης.
