Η Κομμουνιστική Πρωτοβουλία Κύπρου καταγγέλλει την ανοιχτή πολεμική κλιμάκωση των ΗΠΑ και του Ισραήλ ενάντια στο Ιράν, η οποία συνιστά κατάφωρη παραβίαση της κυριαρχίας ενός κράτους και εντάσσεται στη συνολικότερη όξυνση των ενδοιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών με επίκεντρο αυτή τη στιγμή ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Δεκαοχτώ μέρες μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν, η σύγκρουση κλιμακώνεται χωρίς καμία ένδειξη αποκλιμάκωσης. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ χρησιμοποιείται για να ασκήσει έντονες πιέσεις στη διεθνή οικονομία και να διαταράσσει κρίσιμες ενεργειακές ροές, ενώ οι επίσημες διαψεύσεις περί διπλωματικής προσέγγισης από Ουάσινγκτον και Τεχεράνη επιβεβαιώνουν τη συνέχιση της πολεμικής πορείας.
Παράλληλα, αποκαλύψεις για αμερικανικές πιέσεις προς τη Συρία για εμπλοκή στον Λίβανο ενάντια στη Χεζμπολάχ δείχνουν τη διεύρυνση του πολέμου σε περιφερειακό επίπεδο. Οι αεροπορικές επιδρομές στο Λίβανο και η προειδοποίηση του ΟΗΕ ότι έως και 45 εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί να οδηγηθούν σε οξεία πείνα αποτυπώνουν το εύρος των συνεπειών, επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για μια σύγκρουση με παγκόσμιες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.
Η στάση της κυπριακής κυβέρνησης Χριστοδουλίδη, που επιλέγει να στηρίζει πολιτικά, στρατιωτικά και υλικοτεχνικά αυτούς τους σχεδιασμούς, αποκαλύπτει τον πραγματικό της ρόλο. Πίσω από τις αναφορές σε «ανθρωπιστική βοήθεια» και «γέφυρα ειρήνης» κρύβεται η ενεργή ενσωμάτωση της Κύπρου στους σχεδιασμούς ΗΠΑ–Ισραήλ–ΕΕ, με μετατροπή του νησιού σε ορμητήριο και κόμβο εξυπηρέτησης στρατιωτικών επιχειρήσεων και ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών. Η ίδια κυβέρνηση που επικαλείται το διεθνές δίκαιο για το Κυπριακό, αποφεύγει να καταδικάσει την απροκάλυπτη παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας άλλου κράτους. Η αντίφαση εκφράζει τη στρατηγική επιλογή της κυπριακής αστικής τάξης να ευθυγραμμίζεται με ισχυρότερα κέντρα ισχύος, προσδοκώντας γεωπολιτικά και οικονομικά ανταλλάγματα, θέτοντας το λαό μας σε μεγάλους κινδύνους.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι συνέπειες γίνονται ήδη άμεσα ορατές στην καθημερινότητα. Η κυπριακή οικονομία και τα νοικοκυριά εισέρχονται σε κατάσταση έκτακτης πίεσης, καθώς η εκτόξευση των διεθνών τιμών ενέργειας, ως αποτέλεσμα της στρατιωτικής σύγκρουσης, προκαλεί αλυσιδωτές αυξήσεις στο κόστος ζωής. Με την τιμή του πετρελαίου Brent να αγγίζει τα 110 δολάρια το βαρέλι και να έχει αυξηθεί δραματικά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, η Κύπρος, ως εισαγωγέας έτοιμων διυλισμένων προϊόντων, εκτίθεται πλήρως στις διακυμάνσεις διεθνών δείκτών.
Τα δεδομένα αποτυπώνουν την ένταση της επιβάρυνσης: αύξηση 51% στο αργό πετρέλαιο, άλμα 61% στην αμόλυβδη 95, εκτόξευση 93% στο πετρέλαιο κίνησης και 85% στο πετρέλαιο θέρμανσης. Οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και οι απειλές για περαιτέρω πλήγματα στην περιοχή ενισχύουν την αστάθεια της προσφοράς και δημιουργούν προοπτικές ακόμη μεγαλύτερων αυξήσεων, με εκτιμήσεις να φτάνουν έως και τα 130 δολάρια το βαρέλι.
Οι επιπτώσεις μεταφέρονται άμεσα στο ηλεκτρικό ρεύμα. Οι καταναλωτές με κύρια τα λαϊκά στρώματα στην Κύπρο θα επιβαρυνθούν σημαντικά, ενώ τα οικιακά φωτοβολταϊκά συστήματα, που παρουσιάστηκαν ως μεσοπρόθεσμη λύση, δεν μπορούν να προστατεύσουν τα νοικοκυριά. Ο μηδενισμός των αποθηκευμένων κιλοβατωρών μέχρι το τέλος Μαρτίου, βάσει συμβατικών ρυθμίσεων, σε συνδυασμό με τις περικοπές παραγωγής μέσω συστημάτων ελέγχου (ripple control), περιορίζει δραστικά την πραγματική τους συμβολή. Ήδη εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου 90.000 νοικοκυριά οδηγούνται σε ένα καλοκαίρι με λιγότερη διαθέσιμη ενέργεια και αυξημένο κόστος.
Οι περικοπές στην παραγωγή από φωτοβολταϊκά αποκαλύπτουν με τον πιο καθαρό τρόπο τη λειτουργία του ενεργειακού συστήματος: ενώ μπορεί να υπάρχει επάρκεια φθηνής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, μεγάλο μέρος της απενεργοποιείται, επειδή το σύστημα είναι δομημένο γύρω από τη συνεχή λειτουργία συμβατικών μονάδων και τα όρια του δικτύου. Έτσι, η παραγόμενη ενέργεια νοικοκυριών με φωτοβολταϊκά δεν αξιοποιείται και ταυτόχρονα η ηλεκτροπαραγωγή συνεχίζει να βασίζεται σε ακριβότερα καύσιμα που μετακυλίονται στους λογαριασμούς. Τα πιο πάνω δείχνουν όμως γενικότερα και τα όρια της ατομικής λύσης (π.χ μέσω φωτοβολταϊκών στα νοικοκυριά) στο γενικό ζήτημα της ενέργειας.
Οι ανατιμήσεις στην ενέργεια διαχέονται σε ολόκληρη την οικονομία. Αυξάνουν το κόστος μετακίνησης, συμπιέζουν τα εισοδήματα, επιβαρύνουν τις τιμές βασικών αγαθών και επηρεάζουν ακόμη και το κόστος τουρισμού και μεταφορών. Η ενεργειακή κρίση λειτουργεί ως μηχανισμός γενικευμένης αναδιανομής εισοδήματος σε βάρος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.
Η επίκληση επιμέρους λύσεων, είτε μέσω φορολογικών παρεμβάσεων είτε μέσω τεχνολογικών επιλογών που προτείνονται ως προοδευτικές και εφαρμόσιμες, δεν αντιμετωπίζει ούτε μεσοπρόθεσμα ούτε μακροπρόθεσμα τη ρίζα του προβλήματος. Το ενεργειακό ζήτημα παραμένει ενταγμένο σε ένα σύστημα ανταγωνισμών, ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης, όπου η ενέργεια συνιστά εμπόρευμα και πεδίο κερδοφορίας. Το μήνυμα της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη ότι δεν θα δεχθεί φαινόμενα αισχροκέρδειας ούτε καν σαν κακόγουστο αστείο δεν περνά.
Η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα της Κύπρου δεν έχουν κανένα συμφέρον από τη συμμετοχή της χώρας στους πολεμικούς σχεδιασμούς. Πληρώνουν ήδη το τίμημα μέσα από την ακρίβεια, την ενεργειακή φτώχεια και την εμπλοκή σε επικίνδυνες εξελίξεις.
Απαιτείται άμεση απεμπλοκή της Κύπρου από κάθε στρατιωτική ή άλλη διευκόλυνση προς τις δυνάμεις που κλιμακώνουν τον πόλεμο. Απαιτείται σαφής καταδίκη κάθε παραβίαση κυριαρχίας. Η διέξοδος για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα βρίσκεται στην οργάνωση και την πάλη ενάντια στην πολιτική που μετατρέπει την ενέργεια και τη χώρα σε μέσο εξυπηρέτησης των συμφερόντων του κεφαλαίου και των διεθνών συμμαχιών του.
Koμμουνιστική Πρωτοβουλία Κύπρου
21/03/2026
