Η νέα συζήτηση που έγινε σήμερα στη Βουλή για τις εκποιήσεις επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα παραμένει ανοιχτό, οξύ και βαθιά πολιτικό. Σήμερα, Δευτέρα 6 Απριλίου 2026, η Ολομέλεια εξέτασε δύο κυβερνητικά νομοσχέδια και 19 προτάσεις νόμου για εκποιήσεις, εγγυητές, Χρηματοοικονομικό Επίτροπο και αφερεγγυότητα, μετά την ολοκλήρωση των σχετικών συζητήσεων στην Επιτροπή Οικονομικών στις 3 Απριλίου. Η επίσπευση αυτής της διαδικασίας συνδέεται άμεσα με τη διάλυση της Βουλής ενόψει των βουλευτικών εκλογών του Μαΐου.
Οι ρυθμίσεις αυτές δεν προέκυψαν σήμερα. Αποτελούν συνέχεια της περιόδου των μνημονίων μετά το 2013, όταν θεσμοθετήθηκε ένα αυστηρό πλαίσιο εκποιήσεων ως όρος «εξυγίανσης» του τραπεζικού συστήματος, μεταφέροντας το κόστος της κρίσης στα εργατικά και λαϊκά νοικοκυριά, ενώ το κράτος, τα κόμματα και οι μηχανισμοί της ΕΕ στήριξαν έμπρακτα τις τράπεζες για να διασφαλιστεί η κερδοφορία και η σταθερότητά τους.
Η Κομμουνιστική Πρωτοβουλία Κύπρου τονίζει ότι το σημερινό πλαίσιο των εκποιήσεων δεν συνιστά μια απλή «εσωτερική μεταρρύθμιση» της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αποτελεί μέρος της συνολικής στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), τη θωράκιση των τραπεζικών ισολογισμών και τη διαμόρφωση ενός σταθερού και προβλέψιμου πλαισίου αναγκαστικής εκτέλεσης. Στο κυπριακό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας περιλαμβάνεται ρητά μεταρρύθμιση για το πλαίσιο και το σχέδιο δράσης για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, με στόχο τη μείωση των χρηματοπιστωτικών κινδύνων και τη βελτίωση του περιβάλλοντος εξυπηρέτησης δανείων. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην ετήσια έκθεση προόδου για την Κύπρο, καταγράφει ως υλοποιημένο το νέο πλαίσιο εκποιήσεων και ΜΕΔ, επισημαίνοντας ότι τέθηκε πλήρως σε ισχύ με «debtor friendly elements», αλλά χωρίς πρόσθετη παρέμβαση του δικαστικού συστήματος πέρα από οριακές χρονικές επεκτάσεις.
Η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία κινείται στο ίδιο ακριβώς πνεύμα. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM) αντιμετωπίζουν τα ΜΕΔ ως βασικό παράγοντα κινδύνου για τις τράπεζες και θεωρούν κρίσιμο έναν «καλά λειτουργούντα» μηχανισμό εκποιήσεων για την απομείωση του κινδύνου, τη διαχείριση των προβληματικών χαρτοφυλακίων και την ομαλή λειτουργία σχεδίων μεταφοράς ή εκκαθάρισης προβληματικών δανείων. Η ίδια η ΕΚΤ έχει επισημάνει ότι τροποποιήσεις που αποδυναμώνουν το πλαίσιο εκποιήσεων μπορούν να υπονομεύσουν την πειθαρχία πληρωμών και να ενισχύσουν τα κίνητρα στρατηγικής αθέτησης.
Αυτό έχει σαφές πολιτικό περιεχόμενο. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο δεν οικοδομήθηκε με κριτήριο την προστασία της λαϊκής κατοικίας. Οικοδομήθηκε με κριτήριο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τη δανειακή πειθαρχία, την αποκατάσταση της «αξιοπιστίας» του τραπεζικού συστήματος και τη λειτουργία της δευτερογενούς αγοράς δανείων, δηλαδή τη δυνατότητα τραπεζών, servicers και funds να κινούνται με μεγαλύτερη ασφάλεια πάνω στις κατοικίες και στις περιουσίες του λαού. Όσοι λοιπόν επικαλούνται την ΕΕ, το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Recovery and Resilience Facility – RRF), τη «θεσμική ευθύνη» και την ανάγκη να μη διαταραχθεί η σταθερότητα του συστήματος, αποδέχονται στην πράξη ότι οι ανάγκες των τραπεζών προηγούνται του δικαιώματος του λαού στη στέγη.
Αυτή είναι και η μεγάλη ευθύνη των αστικών και σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων στην Κύπρο. Για χρόνια αποδέχθηκαν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής και τραπεζικής στρατηγικής. Στήριξαν ή νομιμοποίησαν το πλαίσιο που αντιμετωπίζει την κατοικία ως εμπόρευμα, τον δανειολήπτη ως μονάδα αποπληρωμής και την εκποίηση ως φυσιολογικό εργαλείο «εξυγίανσης». Σήμερα, λίγο πριν από τις εκλογές, οι ίδιες δυνάμεις εμφανίζονται με ύφος αλληλεγγύης, προτείνοντας κάποιες διορθώσεις, παρατάσεις και επιμέρους βελτιώσεις, ενώ τα σπίτια των εργατικών και λαϊκών οικογενειών παραμένουν κυριολεκτικά στον αέρα. Πρόκειται για βαθιά υποκρισία. Δεν μπορείς να στηρίζεις τη στρατηγική της αγοράς, της ΕΕ και των τραπεζών και ύστερα να παριστάνεις τον προστάτη του λαού επειδή διορθώνεις ορισμένες διαδικαστικές λεπτομέρειες.
Το πακέτο του Δεκεμβρίου 2023 παρουσιάστηκε ακριβώς με αυτή τη λογική της «ισορροπίας». Η Βουλή ψήφισε το κυβερνητικό πακέτο και τις συναφείς προτάσεις, εισάγοντας ειδική δικαστική διαχείριση για διαφορές σχετικές με κύρια κατοικία έως €350.000, διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου και ένταξη του σχεδίου «Ενοίκιο Έναντι Δόσης». Την ίδια στιγμή, η δημόσια υπεράσπιση του πλαισίου στηρίχθηκε ανοιχτά στο επιχείρημα ότι ένα «υγιές τραπεζικό σύστημα» αποτελεί προϋπόθεση για την οικονομία και ότι δεν πρέπει να ληφθούν μέτρα που θέτουν σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Αυτή ακριβώς η επιχειρηματολογία αποκαλύπτει το στρατόπεδο που έχουν επιλέξει.
Η σημερινή επαναφορά 21 νομοθετημάτων αποδεικνύει και κάτι ακόμη. Το δήθεν «ισορροπημένο» πλαίσιο του 2023 δεν έλυσε το πρόβλημα. Το μόνο που έκανε ήταν να το διαχειριστεί προσωρινά, να το μεταθέσει και να επιχειρήσει να εκτονώσει τη λαϊκή πίεση. Τώρα, δύο χρόνια μετά, επανέρχονται ξανά οι ίδιες αντιφάσεις: δεσμευτικότητα ή μη των αποφάσεων του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου, ύψος οφειλής, δικαιώματα εγγυητών, πρόσβαση στη δικαιοσύνη, νέα παγώματα, νέες εξαιρέσεις, νέες τεχνικές παρεμβάσεις. Αυτό δείχνει ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται σε μία κακή διατύπωση ή σε μία ατελή διαδικασία. Βρίσκεται στον ίδιο τον ταξικό χαρακτήρα του πλαισίου.
Οι σημερινές εξελίξεις με την ψήφιση των νομοσχεδίων δεν αναιρούν αυτή την κατεύθυνση, αλλά την εξειδικεύουν και την εμβαθύνουν. Η «ενίσχυση» του ρόλου της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου και η σύνδεση της διαδικασίας επιβεβαίωσης χρέους με την αναδιάρθρωση λειτουργούν ως μηχανισμοί διαχείρισης και επιτάχυνσης των εκποιήσεων, ενσωματώνοντας περιορισμένες δυνατότητες παρέμβασης των δανειοληπτών χωρίς να θίγεται ο πυρήνας της διαδικασίας.
Η Κομμουνιστική Πρωτοβουλία Κύπρου απορρίπτει και την ωμή υπεράσπιση των τραπεζών και την εξωραϊσμένη διαχείριση του ίδιου αντιλαϊκού πλαισίου. Δεν αποδεχόμαστε τη λογική ότι ο λαός πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στην πλήρη ασυδοσία των τραπεζών και σε έναν «πιο ανθρώπινο» μηχανισμό εκποιήσεων. Όσο το σπίτι παραμένει εμπόρευμα, όσο τα δάνεια μετατρέπονται σε επενδυτικά πακέτα, όσο η στέγη υπάγεται στη λογική της αγοράς και της κερδοφορίας, οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα θα ζουν με τη θηλιά της εκποίησης πάνω από το κεφάλι τους.
Για τον λόγο αυτό απαιτούμε άμεσα:
- Πλήρη κατάργηση όλων των εκποιήσεων και εξώσεων που αφορούν πρώτη κατοικία εργατικών και λαϊκών νοικοκυριών.
- Καθολική προστασία της πρώτης κατοικίας, της μικρής επαγγελματικής στέγης, της μικρής αγροτικής γης και περιουσίας των λαϊκών στρωμάτων.
- Διαγραφή τόκων υπερημερίας, παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων, καθώς και ουσιαστικό κούρεμα του κεφαλαίου για εργατικές και λαϊκές οικογένειες που αποδεδειγμένα αδυνατούν να πληρώσουν.
- Διαγραφή κάθε υπολοίπου οφειλής μετά από εκποίηση ή αναγκαστική πώληση, ώστε να σταματήσει το αίσχος να χάνει κάποιος το σπίτι του και να συνεχίζει να χρωστά.
- Απαγόρευση πώλησης δανείων πρώτης κατοικίας και μικρής επαγγελματικής στέγης σε funds και εταιρείες διαχείρισης.
- Πλήρη προστασία των εγγυητών από μεταφορά του βάρους στις δικές τους κατοικίες και περιουσίες.
- Δωρεάν νομική και τεχνική στήριξη στους δανειολήπτες από δημόσιες υπηρεσίες, με ουσιαστικό έλεγχο χρέους, όρων σύμβασης και διαδικασιών.
- Πάγωμα επιτοκίων στα στεγαστικά και λαϊκά δάνεια και ρυθμίσεις με βάση το πραγματικό εισόδημα και το κόστος ζωής.
Ταυτόχρονα, το πραγματικό ζήτημα βρίσκεται πιο βαθιά. Η στέγη πρέπει να πάψει να είναι εμπόρευμα και επενδυτικό προϊόν. Απαιτείται σύγκρουση με τη λογική της αγοράς ακινήτων, με την κερδοσκοπία των τραπεζών και με το ευρωπαϊκό και εγχώριο θεσμικό πλαίσιο που αντιμετωπίζει τη λαϊκή κατοικία ως εμπόρευμα για ξεπούλημα. Απαιτείται ανάπτυξη δημόσιας και κοινωνικής κατοικίας, με φθηνή και ποιοτική στέγη για εργαζόμενους, νέους, μονογονεϊκές οικογένειες και χαμηλοσυνταξιούχους. Απαιτείται συνολική αμφισβήτηση της εξουσίας των τραπεζών, των funds, των developers και των μηχανισμών της ΕΕ που υπηρετούν την κερδοφορία τους.
Καλούμε τους εργαζόμενους, τους μικρούς αγρότες, τους αυτοαπασχολούμενους, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις (οι οποίες θα κριθούν από τη στάση τους) να μη μείνουν άπραγοι απέναντι σε τράπεζες, funds, σε όσους θησαυρίζουν στις πλάτες του λαού. Καμία εμπιστοσύνη σε όσους ψήφισαν, διατήρησαν ή εξωράισαν το αντιλαϊκό πλαίσιο και σήμερα, προεκλογικά, μοιράζουν υποσχέσεις αλληλεγγύης. Μόνο η οργανωμένη λαϊκή πάλη μπορεί να βάλει φρένο στις εκποιήσεις, να υπερασπιστεί το δικαίωμα στη στέγη και να ανοίξει δρόμο για μια κοινωνία όπου το σπίτι θα υπηρετεί τις κοινωνικές ανάγκες και όχι τα κέρδη των λίγων.
