Βουλευτικές Εκλογές 2026: Απ’ όλα έχει ο μπαξές… εκτός από λύσεις για τον λαό

Άρθρο του Ιδεολογικού Γραφείου της Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας Κύπρου

Μεταγραφές «αεροδρομίου»

Η προεκλογική περίοδος για τις βουλευτικές εκλογές ήρθε με μπόλικη μεταγραφολογία, σε σημείο που μας θύμισε το συμπαθέστατο τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη “Που βαδίζουμε κύριοι”, όπου περιγράφει γλαφυρότατα τις συνεχείς εναλλαγές συντρόφων. Ακούσαμε το τελευταίο διάστημα για στελέχη κομμάτων, πρώην υποψηφίους, «προβεβλημένους» νυν και πρώην βουλευτές, «πρωτοκλασάτους» πολιτευτές να αλλάζουν στέγη και να στελεχώνουν ψηφοδέλτια άλλων κομμάτων. Αυτό καταδεικνύει δύο πράγματα που έχει αξία να προβληματίσει τους εργαζόμενους πριν αλλά και μετά τις εκλογές και αφού καταλαγιάσει η σκόνη της προεκλογικής. 

Το πρώτο είναι το γεγονός ότι η μεταγραφή και η μεταπήδηση από τον ένα πολιτικό σχηματισμό στον άλλο δείχνει τις δυσδιάκριτες διαφορές μεταξύ των θέσεων των διαφόρων κομμάτων.

Προφανώς και τα κόμματα μεταξύ τους δεν είναι τα ίδια. Όμως οι διαφορές μεταξύ τους, όσο περνούμε στον κεντρικό πυρήνα των θέσεων και της πολιτικής τους, τόσο δυσκολεύουν να οριοθετηθούν. Αυτό έγινε ξεκάθαρο κατά τη διάρκεια των δημοτικών εκλογών το 2024, όπου τα κόμματα της αντιπολίτευσης (είτε αυτοαποκαλούνται δεξιά είτε αριστερά) και της συγκυβέρνησης στήριξαν, με διάφορες παραλλαγές, κοινούς σχηματισμούς σε διάφορους δήμους και επαρχίες.

Το δεύτερο στοιχείο που προκύπτει είναι το γεγονός ότι βρισκόμαστε σε φάση αναμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού, κομμάτι της οποίας είναι και οι μεταπηδήσεις από το ένα κόμμα στο άλλο. 

Η λαϊκή δυσαρέσκεια είναι δεδομένη αφού οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι, οι κοινωνικές ανισότητες έχουν διευρυνθεί, η ακρίβεια σπάει κόκκαλα, η στέγη, η παιδεία, η υγεία αποτελούν προϊόντα τα οποία η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα τα ακριβοπληρώνουμε. 

Το παραδοσιακό τρίπτυχο «αριστερά-κέντρο-δεξιά» με τα αντίστοιχα κόμματα του φαίνεται ότι είναι ο κύριος αποδέκτης αυτής της λαϊκής δυσαρέσκειας, αφού με διάφορες παραλλαγές κυβέρνησαν όλα τα προηγούμενα χρόνια και ευθύνονται για την κατάσταση της εργατικής τάξης του τόπου. Η κριτική τους απέναντι σε δήθεν «αντισυστημικές» υποψηφιότητες αποτυπώνουν μια ανησυχία για τη διάχυση της λαϊκής δυσαρέσκειας, χωρίς όμως να αναγνωρίζεται ότι η πραγματική της αιτία είναι η πολιτική που εδώ και χρόνια υπηρετείται από όλους.

Η τάση φυγής από τα παραδοσιακά κόμματα δημιουργεί απρόβλεπτες συνθήκες για την λεγόμενη πολιτική σταθερότητα, γι’ αυτό και το σύστημα έχει ανάγκη από την ενσωμάτωση και εκτόνωση της λαϊκής δυσαρέσκειας σε βολικά για το ίδιο μονοπάτια. Το θέμα είναι ότι είδαμε πολλά κόμματα μιας χρήσης να εμφανίζονται με τυμπανοκρουσίες σε περίοδο κρίσης και ανακατατάξεων. Κόμματα που υπόσχονταν το νέο, το διαφορετικό, το καινούργιο. Που υπόσχονταν την αλλαγή και την λαϊκή ευημερία επί γης.

Όμως όπως εμφανίστηκαν με τόσο ντόρο, άλλο τόσο εξαφανίστηκαν ησύχως γιατί ακριβώς εξυπηρέτησαν τον ρόλο τους και έπραξαν όπως και όλοι οι άλλοι. Ενσωμάτωσαν την δυσαρέσκεια και την εκτόνωσαν μέχρι την επόμενη στιγμή κρίσης για το πολιτικό σκηνικό. Οι εργαζόμενοι πρέπει να το λάβουν αυτό υπόψη πριν εναποθέσουν τις ελπίδες τους σε κόμματα που τους υπόσχονται αόριστα άμεσα δημοκρατία και διαφάνεια.

Καμία κάθαρση χωρίς σύγκρουση με το σύστημα

Οι φετινές εκλογές γίνονται εν μέσω έντασης των ιμπεριαλιστικών πολέμων και συγκρούσεων. Όπως είχαμε προβλέψει, οι εντάσεις τείνουν να γενικευτούν σε παγκόσμιο πόλεμο με ενοποίηση των συγκρούσεων από την Ουκρανία, την Μέση Ανατολή, τον Καύκασο μέχρι την Κεντρική Ασία και την Άπω Ανατολή αφού πλέον στην ημερήσια διάταξη μπαίνει η πρωτοκαθεδρία στο ιμπεριαλιστικό σύστημα μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Βρισκόμαστε στην εποχή αλλαγής των γεωπολιτικών συσχετισμών και όλοι οι ιμπεριαλιστές παλεύουν για να επικρατήσουν σε αγορές, δρόμους μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων, επενδύσεων λιμναζόντων κεφαλαίων και γεωπολιτικών στηριγμάτων. 

Η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη με κάθε τρόπο προσπαθεί να αναβαθμίσει τη γεωπολιτική και οικονομική θέση της κυπριακής αστικής  τάξης, ακόμα και αν χρειαστεί να βάλει τον λαό μας στη δύνη του πολέμου. Η στροφή στην πολεμική οικονομία είναι εδώ, η ΝΑΤΟποίηση των υποδομών του νησιού είναι γεγονός και η πατρίδα μας είναι περιτριγυρισμένη από Νατοϊκές φρεγάτες κάθε εθνικότητας που στόχο έχουν την προστασία των συμφερόντων τους, και όχι τον κυπριακό λαό. 

Θα περίμενε κανείς ότι σε αυτές τις συνθήκες το διακύβευμα των εκλογών θα ήταν ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, η εμπλοκή της Κύπρου και οι επιπτώσεις του πολέμου στη ζωή του λαού. Αντ’ αυτού παρατηρούμε μια βολική συζήτηση που περιστρέφεται γύρω από ζητήματα σκανδάλων και διαφθοράς. Βολική επειδή κανείς δεν θα διαφωνήσει ότι πρέπει να γίνουν όλες οι απαραίτητες διερευνήσεις, να τιμωρηθούν οι ένοχοι και να παταχθεί η διαφθορά. 

Εμείς δεν υποβαθμίζουμε τη σοβαρότητα των όποιων καταγγελιών ούτε αγνοούμε την ύπαρξη φαινομένων διαπλοκής και διαφθοράς. Το ουσιώδες όμως είναι οι εργαζόμενοι να αντικρύσουν κατάματα το αποκρουστικό πρόσωπο της αστικής εξουσίας και να το απορρίψουν. Να βγάλουν συμπεράσματα συνολικά για το κράτος και τους θεσμούς του: εκτελεστική εξουσία, νομοθετική, δικαστική ακόμα και για «ανεξάρτητους» θεσμούς που τόσα χρόνια παρουσιάζονταν ως άσπιλοι και αδιάφθοροι. Αυτό το πρόσωπο δεν φτιάχνεται με λίγο αδιάφθορο μακιγιάζ, αλλά ανατρέπεται εκ βάθρων.

Σκοπός όλων των αστικών κομμάτων είναι να ανακοπεί η φθορά και η απαξίωση θεσμών του αστικού κράτους, η αναζήτηση «καλύτερης λειτουργίας» του κράτους και όχι η αμφισβήτηση του ίδιου του χαρακτήρα του. Θέλουν δηλαδή να θωρακιστεί περαιτέρω η πολιτική σταθερότητα, να προχωράει, όσο το δυνατόν, ανεμπόδιστα το κυβερνητικό έργο με τα αντιλαϊκά του μέτρα και στο τέλος να υλοποιείται “ομαλά” η όποια κυβερνητική εναλλαγή, ιδιαίτερα σε συνθήκες που γίνονται όλο και πιο εμφανή τα αδιέξοδα του καπιταλισμού. 

Εμείς όμως δεν φοβόμαστε την απαξίωση των θεσμών του σάπιου καπιταλιστικού κράτους, αντίθετα επιδιώκουμε να εμπεδωθεί η αποστροφή των εργατικών και λαϊκών μαζών για την αστική «πολιτικής σταθερότητας». Όσο φθείρεται η αστική εξουσία, τόσο αδυνατίζει η ιδεολογική και πολιτική χειραγώγηση του λαού. 

Εδώ έχουν μεγάλη ευθύνη οι κομμουνιστές στο να αναδεικνύουν αυτά τα ζητήματα και να αποσπούν συνειδήσεις από τα δεσμά της αστικής ιδεολογίας. Να εντάσσουν όλο και περισσότερο κόσμο στον μόνο αγώνα που μπορεί να δώσει ένα τέλος στην δυσωδία των σκανδάλων και της διαφθοράς, για την ανατροπή του συστήματος που τα γεννά και τα αναπαράγει και που έχει ως κατευθυντήρια ιδεολογία τον πλουτισμό πατώντας επί πτωμάτων. 

«Ο πόλεμος γεννιέται απ’ την ειρήνη τους καθώς ο γιος από τη μάνα, έχει τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικά»

Στο ζήτημα του πολέμου και της πολεμικής εμπλοκής της χώρας μας, οι θέσεις των κομμάτων διαφοροποιούνται αφού υπάρχουν υπαρκτές αντιθέσεις για το πώς μπορεί να αναβαθμιστεί πιο αποτελεσματικά η κυπριακή αστική τάξη. Από τη μία έχουμε τα κόμματα της συμπολίτευσης που στηρίζουν πλήρως το κυβερνητικό έργο και την επιθετική εξωτερική πολιτική του Χριστοδουλίδη, μέχρι τον ΔΗΣΥ και το ΕΛΑΜ που ζητούν να προχωρήσει ακόμα πιο γοργά η ΝΑΤΟποίηση του νησιού με την βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στα παζάρια για την ιμπεριαλιστική λεία, με μόνιμο χαμένο τους λαούς της περιοχής αλλά και τον δικό μας που μπαίνει στο στόχαστρο αντιποίνων. Το ΝΑΤΟ που το παρουσιάζουν ως τον ανίκητο στρατιωτικό συνασπισμό που θα υψωθεί ως ασπίδα προστασίας για την Κύπρο φαίνεται ότι βραχυκυκλώνεται με τις αντιφάσεις και τους ανταγωνισμούς των κρατών-μελών του.

Αποκαλυπτική όμως είναι και η στάση δυνάμεων που φαινομενικά διαφοροποιούνται από την κυβερνητική γραμμή αλλά ο πυρήνας της θέσης τους είναι στην ίδια μεριά. Πολλά κόμματα (π.χ. ΒΟΛΤ) μιλούν για στρατηγική αναβάθμιση και μεγαλύτερη ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Ένωση (ΕΕ) στην πολεμοκάπηλη της εξωτερική πολιτική και με τη δημιουργία Ευρωστρατού. Αυτή η μεγαλύτερη ευελιξία σκοντάφτει όμως στο γεγονός ότι 23 από τα 27 μέλη της ΕΕ είναι μέσα στο ΝΑΤΟ. Η ανάγκη για μεγαλύτερη ανεξαρτησία της ΕΕ προκύπτει από την προσπάθεια ενίσχυσης της κερδοφορίας των ευρωπαϊκών μονοπωλίων απέναντι στον αυξανόμενο ανταγωνισμό από Κίνα και ΗΠΑ. Γι’αυτό και φουντώνει η συζήτηση για «Ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ» που βάζει σε νέους κινδύνους τους λαούς της ηπείρου. 

Έχει αξία να υπενθυμίσουμε ότι η ΕΕ έχει χρηματοδοτήσει με δισεκατομμύρια ευρώ και εξοπλίσει το καθεστώς Ζελένσκι. Έχει δώσει πολιτική και στρατιωτική κάλυψη στην γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού από το Ισραήλ. Έχει κάνει τα στραβά μάτια στην πρόσφατη ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ στην Βενεζουέλα. Στηρίζει τον απάνθρωπο αποκλεισμό της Κούβας με φαινόμενα πειρατείας από τις ΗΠΑ. Μέλη της ΕΕ συμμετείχαν ενεργά στον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας, στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στους βομβαρδισμούς στην Λιβύη.

Από την πλευρά του το ΑΚΕΛ, προσπαθώντας να πατήσει σε δύο βάρκες, την Ευρωατλαντική και την Ευρασιατική, κλίνει σε όλους τους τόνους την υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου και επιζητά την επιστροφή στην εποχή της διπλωματίας και της ειρηνικής επίλυσης διαφορών. 

Το διεθνές δίκαιο όπως υπάρχει σήμερα έχει διαμορφωθεί σε άλλες ιστορικές συνθήκες και συσχετισμούς, με την καθοριστική συμβολή της Σοβιετικής Ένωσης. Σήμερα όμως, με τον ιμπεριαλισμό κυρίαρχο, όλες οι πλευρές επικαλούνται το διεθνές δίκαιο για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Άλλωστε με τη βούλα του διεθνούς δικαίου έγινε ο πρώτος πόλεμος του Κόλπου το 1990-91 ή ο βομβαρδισμός της Λιβύης το 2011 με τα γνωστά αποτελέσματα. 

Η καταδίκη από το ΑΚΕΛ επιμέρους παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου συνυπάρχει με τη μη αμφισβήτηση των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών και της θέσης της Κύπρου μέσα στην ΕΕ, που αποτελεί βασικό πυλώνα αυτών των πολιτικών. Η αντίθεση στο ΝΑΤΟ, χωρίς ταυτόχρονη γραμμή αποδέσμευσης από την ΕΕ και συνολικής ρήξης με τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, παραμένει αποσπασματική και αντιφατική. 

Εξίσου προβληματική είναι η αοριστία ότι η λύση βρίσκεται στην επιστροφή στη διπλωματία. Μια διπλωματία όμως που είχε ξεδιπλωθεί όλο το προηγούμενο διάστημα (και για τον πόλεμο στην Ουκρανία, και για την Γάζα, και για το Ιράν) αλλά δεν κατάφερε να αποτρέψει εν τέλει τον πόλεμο. Είναι παραπλανητική η προσέγγιση ότι με κάποιους συμβιβασμούς και με επιστροφή στον διάλογο μπορεί να υπάρξει μια «δίκαιη» ειρήνη που να ικανοποιεί όλους σε συνθήκες καπιταλισμού. Οι πόλεμοι, όπως και οι οικονομικές κρίσεις, είναι σύμφυτες με το σύστημα και επαναλαμβάνονται. Καθήκον των κομμουνιστών είναι να πείσουν το λαό ότι μια μόνιμη, δίκαιη ειρήνη είναι αδύνατο να γίνει χωρίς επαναστατικό αγώνα και ρήξη με την αστική τάξη και τις κυβερνήσεις της σε κάθε χώρα. 

Η πραγματική λύση για το λαό

Ως Κομμουνιστική Πρωτοβουλία Κύπρου δεν αναιρούμε την αναγκαιότητα και τη σημασία συμμετοχής στις βουλευτικές εκλογές για την πραγματική εργατική αντιπολίτευση, ούτε της κοινοβουλευτικής πάλης. Οποιοδήποτε μέσο μας παρέχεται για ανάδειξη των θέσεων και των προτάσεων μας, για αντιπαράθεση με τις άλλες αστικές δυνάμεις, ακόμα και για απόσπαση κάποιων κατακτήσεων προς όφελος των καταπιεζόμενων μαζών θα το αξιοποιούμε. Όμως οι εκλογές πρέπει να βαδίζουν μαζί με τον αγώνα της τάξης μας για συνολικότερες αλλαγές, όχι μόνο σε επίπεδο νομοθεσίας αλλά στην ίδια την κοινωνία. 

Τα προβλήματα του λαού δεν τα λύνει κανένας σωτήρας ούτε πρέπει να τα αναθέτει ο λαός σε άλλους για να τους τα λύσουν. Τα προβλήματα του λαού τα λύνει ο ίδιος ο λαός με την ανυποχώρητη πάλη του, για αυξήσεις στους μισθούς, για αυξήσεις στις συντάξεις, για ΑΤΑ στο 100% για όλους τους εργαζόμενους, για στέγη που δεν θα μας καταπλακώνει, για ποιοτική δημόσια και δωρεάν υγεία, δημόσια και δωρεάν παιδεία, ποιοτικό ελεύθερο χρόνο.

Η Κομμουνιστική Πρωτοβουλία Κύπρου τονίζει ότι ο λαός μας δεν έχει ανάγκη από εναλλαγές στην εφαρμογή της ίδιας πολιτικής, αλλά από οργάνωση της πάλης τους σε αντικαπιταλιστική και αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση. Η πραγματική διέξοδος βρίσκεται στη σύγκρουση με τις πολιτικές που γεννούν τη φτώχεια, την εκμετάλλευση και τα αδιέξοδα. Μόνο μέσα από αυτή την πορεία μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, όπου οι ανάγκες των πολλών θα βρίσκονται στο επίκεντρο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *