ΑΗΚ: Η ηλεκτρική ενέργεια από βασικό κοινωνικό αγαθό σε πεδίο κερδοφορίας.

Η πορεία της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ) δεν είναι απλώς η ιστορία ενός δημόσιου οργανισμού. Είναι η ιστορία του μεγαλύτερου οικονομικού πνεύμονα της κυπριακής οικονομίας και του τρόπου με τον οποίο η ηλεκτρική ενέργεια, ένα βασικό κοινωνικό αγαθό απαραίτητο για την επιβίωση, την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή, μετατράπηκε σταδιακά σε πεδίο αγοράς, επενδύσεων και ιδιωτικής κερδοφορίας.

Για δεκαετίες, η ΑΗΚ λειτούργησε ως ένας κάθετα ολοκληρωμένος δημόσιος οργανισμός με κοινωνικό και αναπτυξιακό ρόλο. Μέσα σε άλλες ιστορικές συνθήκες, από την ίδρυσή της το 1952 μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η ΑΗΚ δεν περιοριζόταν στην παραγωγή και διανομή ηλεκτρισμού. Χρησιμοποιήθηκε από το κράτος ως εργαλείο ανάπτυξης της χώρας. Ηλεκτροδότησε πόλεις και χωριά, στήριξε την αγροτική οικονομία μέσω χαμηλών διατιμήσεων, επένδυσε σε υποδομές και διασφάλισε ότι το αγαθό του ηλεκτρισμού θα φτάσει ακόμη και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές της Κύπρου.

Η τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας είχε έντονο κοινωνικό χαρακτήρα. Οι χαμηλές οικιακές καταναλώσεις προστατεύονταν μέσω κλιμακωτών τιμολογίων, ενώ σημαντικές κοινωνικές και παραγωγικές ομάδες απολάμβαναν ειδικές διατιμήσεις. Η ενέργεια αντιμετωπιζόταν ως δημόσιο αγαθό και όχι ως πεδίο εμπορικής εκμετάλλευσης.

H ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004 αποτέλεσε σημείο καμπής. Με τις ευρωπαϊκές οδηγίες για την «απελευθέρωση» της αγοράς ηλεκτρισμού και τη δημιουργία της ΡΑΕΚ, άρχισε σταδιακά η μετάβαση από το μοντέλο του δημόσιου ενεργειακού σχεδιασμού στο μοντέλο της αγοράς.

Το βασικό επιχείρημα ήταν ότι ο ανταγωνισμός θα οδηγούσε σε καλύτερες υπηρεσίες και φθηνότερο ρεύμα για τον καταναλωτή. Στην πράξη, όμως, η κυπριακή αγορά ηλεκτρισμού δεν είχε τα χαρακτηριστικά που θα επέτρεπαν την ύπαρξη πραγματικού ανταγωνισμού. Η Κύπρος είναι ένα μικρό και απομονωμένο ηλεκτρικό σύστημα, χωρίς επαρκείς διασυνδέσεις και με περιορισμένη αγορά.

Ακόμη και κατά την πρώτη περίοδο της «απελευθέρωσης», δεν υπήρξε ουσιαστικό ενδιαφέρον από ιδιώτες επενδυτές να ανταγωνιστούν την ΑΗΚ. Παρ’ όλα αυτά, το θεσμικό πλαίσιο άλλαξε δραστικά. Οι διασταυρούμενες επιδοτήσεις χαρακτηρίστηκαν «στρεβλώσεις», η κοινωνική πολιτική μέσω της ΑΗΚ θεωρήθηκε ασύμβατη με τους κανόνες της αγοράς και ο δημόσιος οργανισμός άρχισε να μετατρέπεται σε μια αυστηρά ρυθμιζόμενη οντότητα.

Το 2011 υπήρξε η πιο καθοριστική χρονιά. Η έκρηξη στο Μαρί και η καταστροφή του Ηλεκτροπαραγωγού Σταθμού Βασιλικού έφεραν το ενεργειακό σύστημα της χώρας στα όριά του. Και όμως, μέσα σε συνθήκες κρίσης, η ΑΗΚ κατάφερε να επαναφέρει την ηλεκτροδότηση και να στηρίξει την κυπριακή κοινωνία και οικονομία.

Αντί όμως αυτή η εμπειρία να οδηγήσει σε ενίσχυση του δημόσιου ενεργειακού πυλώνα, η τότε Κυβέρνηση ακολούθησε  ακριβώς αντίθετη πορεία. Η Κύπρος μέσω της Κυβέρνησης Χριστόφια, επέλεξε να μην αξιοποιήσει το ειδικό καθεστώς παρεκκλίσεων που δικαιούνταν ως μικρό και απομονωμένο σύστημα  και να μην προχωρήσει σε αίτημα για ανανέωση τους, επιλέγοντας την πλήρη συμμόρφωση με τις Ευρωπαϊκές οδηγίες, επιταχύνοντας έτσι τη πλήρη εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό μοντέλο αγοράς ηλεκτρισμού.

Λειτουργικός και διοικητικός κατακερματισμός της ΑΗΚ

Το αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή αποδυνάμωση του ενιαίου χαρακτήρα της ΑΗΚ. Την περίοδο 2012–2015, μέσα στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, προωθήθηκαν σχέδια διάσπασης και αποκρατικοποίησης του οργανισμού. Οι αντιδράσεις των εργαζομένων και των συντεχνιών απέτρεψαν τον πλήρη νομικό διαχωρισμό, όμως ο λειτουργικός, λογιστικός και διοικητικός κατακερματισμός επιβλήθηκε και εφαρμόστηκε πιστά.

Η ΑΗΚ συνέχισε να υπάρχει ως ενιαίος οργανισμός μόνο τυπικά. Στην καθημερινή λειτουργία της χωρίστηκε σε ξεχωριστές δραστηριότητες παραγωγής, μεταφοράς, διανομής και προμήθειας, ενώ η ΡΑΕΚ απέκτησε καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό και στη λειτουργία της αγοράς.

Η λεγόμενη «πράσινη μετάβαση», οι ΑΠΕ και το «χρηματιστήριο ενέργειας»

Τα επόμενα χρόνια παρουσιάστηκαν ως περίοδος «πράσινης μετάβασης» και ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Πράγματι, υπήρξε ραγδαία ανάπτυξη φωτοβολταϊκών πάρκων και είσοδος νέων ιδιωτών παραγωγών, όμως ο περίφημος ανταγωνισμός δεν έφερε μειώσεις στις τιμές, αλλά αυξήσεις.

Η πραγματικότητα είναι ότι δημιουργήθηκε ένα σύστημα πολλαπλών ταχυτήτων. Μεγάλοι παραγωγοί ΑΠΕ εξασφάλισαν υψηλές εγγυημένες τιμές πώλησης μέσω κρατικών συμβολαίων και σχεδίων στήριξης, ακόμη και όταν το πραγματικό κόστος παραγωγής μειώθηκε δραστικά. Την ίδια στιγμή, οι μικροί οικιακοί παραγωγοί αντιμετωπίζουν αποκοπές παραγωγής και περιορισμένα οφέλη.

Παράλληλα, η ΑΗΚ εξακολουθεί να επωμίζεται το κόστος της ενεργειακής επάρκειας και της σταθερότητας του συστήματος. Οι συμβατικές μονάδες παραμένουν αναγκαίες για την κάλυψη της ζήτησης όταν δεν υπάρχει ηλιοφάνεια, ενώ το κόστος καυσίμων, δικαιωμάτων ρύπων και εφεδρειών μετακυλίεται τελικά στους λογαριασμούς των πολιτών.

Το παράδοξο είναι προφανές. Η συμμετοχή των ΑΠΕ αυξάνεται συνεχώς, αλλά οι τιμές ηλεκτρισμού δεν μειώνονται αντίστοιχα. Αντίθετα, διαμορφώθηκε ένα μοντέλο όπου σημαντικό μέρος των κερδών ιδιωτικοποιείται, ενώ το κόστος κοινωνικοποιείται.

Η λειτουργία της ανταγωνιστικής αγοράς ηλεκτρισμού από το 2025 δεν άλλαξε αυτή την πραγματικότητα. Το λεγόμενο «χρηματιστήριο ενέργειας» εφαρμόστηκε πάνω σε ένα ήδη στρεβλό σύστημα. Σε μια μικρή και απομονωμένη αγορά όπως η κυπριακή το μοντέλο αυτό οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε υψηλές τιμές και υπερκέρδη για τους λίγους. 

Έλλειψη ολοκληρωμένου δημόσιου ενεργειακού σχεδιασμού

Την ίδια στιγμή, η χώρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρά ζητήματα ενεργειακής επάρκειας. Οι καθυστερήσεις στην αναβάθμιση της Δεκέλειας, η έλλειψη κεντρικών αποθηκεύσεων και η απουσία ολοκληρωμένου δημόσιου ενεργειακού σχεδιασμού δημιουργούν κινδύνους για το ίδιο το σύστημα.

Σε αυτό το πλαίσιο, το φυσικό αέριο αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των αντιφάσεων και των αδιεξόδων του ενεργειακού σχεδιασμού των τελευταίων δεκαετιών. Για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια παρουσιάστηκε ως η «σωτηρία» που θα μείωνε δήθεν το κόστος ηλεκτρισμού και θα οδηγούσε σε φθηνότερο ρεύμα για τα νοικοκυριά.

Πάνω σε αυτό το αφήγημα στηρίχθηκαν κυβερνητικές αποφάσεις, ενεργειακοί σχεδιασμοί και τεράστιες επενδύσεις. Καθυστέρησαν ή ακυρώθηκαν άλλες επιλογές, μετατέθηκαν έργα εκσυγχρονισμού και δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η έλευση φυσικού αερίου θα έλυνε σχεδόν αυτόματα το ενεργειακό πρόβλημα της χώρας.

Το κρίσιμο ερώτημα όμως παραμένει: ακόμη και αν το φυσικό αέριο ερχόταν έγκαιρα, θα οδηγούσε πραγματικά σε φθηνό ρεύμα για τον λαό;

Η διεθνής εμπειρία των τελευταίων χρόνων αποδεικνύει το αντίθετο. Το φυσικό αέριο δεν αποτελεί κοινωνικό καύσιμο, ούτε σταθερό μηχανισμό χαμηλών τιμών. Αντίθετα, πρόκειται για χρηματιστηριακό προϊόν, του οποίου η τιμή επηρεάζεται από γεωπολιτικές συγκρούσεις, πολέμους, κερδοσκοπία και διεθνείς αγορές.

Η ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη μετά το 2021 απέδειξε ακριβώς αυτό. Χώρες που στηρίχθηκαν έντονα στο φυσικό αέριο βρέθηκαν αντιμέτωπες με τεράστιες αυξήσεις τιμών, ενεργειακή ανασφάλεια και ακραία εξάρτηση από διεθνείς αγορές και πολυεθνικές εταιρείες ενέργειας. Το φυσικό αέριο, όχι μόνο δεν προστάτευσε τους καταναλωτές, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αποτέλεσε βασικό παράγοντα εκτόξευσης των τιμών ηλεκτρισμού.

Αυτό σημαίνει ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιο καύσιμο χρησιμοποιείται, αλλά η εμπορευματοποίηση της ενέργειας. Όταν η ενέργεια αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα και η τιμή της καθορίζεται από χρηματιστηριακούς μηχανισμούς, διεθνείς αγορές και λογικές κερδοφορίας, καμία μορφή καυσίμου από μόνη της δεν μπορεί να εγγυηθεί φθηνό ρεύμα για την κοινωνία.

Ακόμη και στην περίπτωση της Κύπρου, το φυσικό αέριο θα εντασσόταν μέσα στο ίδιο απελευθερωμένο μοντέλο αγοράς ηλεκτρισμού, με οριακή τιμολόγηση και μηχανισμούς αγοράς που επιτρέπουν τη μεταφορά του κόστους στον τελικό καταναλωτή. Επομένως, δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι τα οφέλη μιας πιθανής μείωσης του κόστους παραγωγής θα μεταφέρονταν πραγματικά στους λογαριασμούς των πολιτών.

Την ίδια στιγμή, η πολυετής αναμονή για το φυσικό αέριο χρησιμοποιήθηκε ως δικαιολογία για καθυστερήσεις σε κρίσιμες επενδύσεις, για αναβολή ουσιαστικού δημόσιου ενεργειακού σχεδιασμού και για τη διαιώνιση ενός ακριβού και ασταθούς μοντέλου ηλεκτροπαραγωγής.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν η Κύπρος θα καίει μαζούτ, φυσικό αέριο ή ΑΠΕ. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ποιος ελέγχει την ενέργεια, με ποιο στόχο λειτουργεί το σύστημα και αν ο ηλεκτρισμός αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό δικαίωμα ή ως πεδίο κερδοφορίας.

Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν τις τελευταίες δύο δεκαετίες δεν κατάφεραν να προσφέρουν φθηνότερο ρεύμα, ενεργειακή ασφάλεια ή πραγματικό ανταγωνισμό προς όφελος της κοινωνίας. Αντίθετα, οδήγησαν σε ένα ακριβότερο και πιο σύνθετο σύστημα, όπου το βάρος μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο στους καταναλωτές.

Η συζήτηση, επομένως, δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο ποιος παράγει ηλεκτρισμό ή ποιο μοντέλο αγοράς εφαρμόζεται.Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η ηλεκτρική ενέργεια θα συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα ή αν θα καταστεί πραγματικό δημόσιο κοινωνικό αγαθό.

Η Κύπρος χρειάζεται μια διαφορετική ενεργειακή στρατηγική. Μια στρατηγική που να βασίζεται στον δημόσιο σχεδιασμό, στον κοινωνικό έλεγχο και στην προστασία του καταναλωτή. Η ΑΗΚ πρέπει να αποκτήσει ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο στην παραγωγή, στις ΑΠΕ, στην αποθήκευση ενέργειας και στην ασφάλεια εφοδιασμού.

Η ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός ιδιωτικής κερδοφορίας. Απαιτείται δημόσια ανάπτυξη μεγάλων έργων ΑΠΕ και αποθήκευσης και πραγματική στήριξη των νοικοκυριών. 

Ο ηλεκτρισμός δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση αξιοπρεπούς ζωής. Σε μια εποχή ενεργειακής κρίσης, αυξημένου κόστους ζωής και κοινωνικών ανισοτήτων, η πρόσβαση σε φθηνό και ασφαλές ρεύμα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό δικαίωμα.

Η μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας σε πραγματικό δημόσιο αγαθό δεν αποτελεί επιστροφή στο παρελθόν. Είναι αναγκαία πολιτική επιλογή για το μέλλον της κοινωνίας και της χώρας. 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *