Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), εδώ και καιρό, βαδίζει ταχύτατα προς την πλήρη στρατιωτικοποίηση της οικονομίας και της κοινωνίας. Πίσω από τους εύηχους όρους περί «στρατηγικής αυτονομίας», «ανθεκτικότητας», «ασφάλειας» και «ευρωπαϊκής άμυνας» κρύβεται μια πραγματικότητα που αφορά άμεσα τους εργαζόμενους, τη νεολαία και τα λαϊκά στρώματα: η μετατροπή της οικονομίας, των υποδομών, της επιστήμης και της τεχνολογίας σε εργαλεία πολεμικής προετοιμασίας για λογαριασμό των ευρωπαϊκών μονοπωλίων.
Η στροφή της ΕΕ δεν αποτελεί κάποια «παρέκκλιση» από τον χαρακτήρα της. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση συγκροτήθηκε ως ένωση καπιταλιστικών κρατών με σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Γι’αυτό και τα λιμνάζοντα κεφάλαια πλέον επενδύονται στην πολεμική βιομηχανία, σε μια προσπάθεια ανάσχεσης της επικείμενης οικονομικής κρίσης.
Σε συνθήκες όξυνσης των ανταγωνισμών με τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία, αλλά και εντεινόμενων αντιθέσεων στο εσωτερικό της, η ΕΕ επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Για να το πετύχει αυτό χρειάζεται μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ, ισχυρότερη πολεμική βιομηχανία και προσαρμογή ολόκληρης της οικονομίας στις ανάγκες μιας παρατεταμένης πολεμικής προετοιμασίας.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Δισεκατομμύρια ευρώ διοχετεύονται μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας (EDF), του προγράμματος EDIP, του σχεδίου ReArm Europe και μιας σειράς άλλων μηχανισμών προς τις μεγάλες πολεμικές βιομηχανίες της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και άλλων κρατών για την παραγωγή νέων οπλικών συστημάτων, τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης για στρατιωτική χρήση και πολεμικών υποδομών. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Προγράμματος Εργασίας του EDF για το 2026, που προβλέπει τη διάθεση περίπου 1 δισ. ευρώ στην πολεμική «Έρευνα και Ανάπτυξη», προσφέροντας πακτωλό ζεστού χρήματος στα πολεμικά μεγαθήρια προκειμένου να σχεδιάσουν και να παράξουν τα «όπλα του μέλλοντος».
Καθώς τα οπλικά συστήματα από μόνα τους δεν επαρκούν για τη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων, η ΕΕ αναζητά το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό για την «κρεατομηχανή» των πολέμων. Πολλές χώρες επαναφέρουν ή ενδυναμώνουν τη στρατιωτική θητεία, ενώ κράτη όπως η Δανία και η Σουηδία επεκτείνουν την υποχρεωτική στράτευση και στις γυναίκες. Μέσω της υιοθέτησης κινήτρων προσέλκυσης νέων, οι νέες γενιές καλούνται όχι μόνο να στελεχώσουν τις ένοπλες δυνάμεις, αλλά και να αποτελέσουν το ανθρώπινο κόστος των πολέμων.
Έρευνα και επιστημονική γνώση που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την αντιμετώπιση κοινωνικών αναγκών, για την υγεία, την παιδεία, την προστασία του περιβάλλοντος και τη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων, μετατρέπεται σε μέσο ανάπτυξης νέων τεχνολογιών καταστροφής.
Τα τελευταία χρόνια το Πανεπιστήμιο Κύπρου συμμετέχει σε ερευνητικά προγράμματα που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκά κονδύλια, μεταξύ άλλων και μέσω του Horizon 2020. Πρόκειται για κονδύλια που διοχετεύονται όλο και περισσότερο σε έρευνα για τεχνολογίες «διττής χρήσης», δηλαδή σε εφαρμογές που μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο για πολιτικούς όσο και για στρατιωτικούς σκοπούς, ενσωματώνοντας την έρευνα στους στρατιωτικούς σχεδιασμούς της ΕΕ.
Η πολεμική οικονομία δεν περιορίζεται μόνο στην παραγωγή όπλων. Αφορά τη συνολική προσαρμογή της οικονομίας και της κοινωνίας στις ανάγκες του πολέμου. Λιμάνια, αεροδρόμια, οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα μετατρέπονται σε υποδομές «διπλής χρήσης», ώστε να μπορούν να εξυπηρετούν την ταχεία μεταφορά στρατευμάτων και πολεμικού υλικού. Έτσι με την πιο μεγάλη ευκολία εγκρίνεται πακέτο 100 δισεκατομμυρίων ευρώ από το Ευρωκοινοβούλιο για σκοπούς στρατιωτικής κινητικότητας που προβλέπει την δυνατότητα μεταφορά πολεμικών δυνάμεων εντός 72 ωρών οπουδήποτε στην Ευρώπη. Οι ίδιες οι υποδομές που ο λαός χρυσοπληρώνει και χρησιμοποιεί, μετατρέπονται σε πιθανούς στόχους.
Σε αυτή την πορεία η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη πρωτοστατεί. Όχι μόνο στηρίζει πολιτικά όλες τις αποφάσεις στρατιωτικοποίησης της ΕΕ, αλλά επιδιώκει να παρουσιάσει την εμπλοκή της Κύπρου ως δήθεν «γεωπολιτική αναβάθμιση», με την κυπριακή αμυντική βιομηχανία να συμμετέχει σε ποσοστό 28% στα έργα του προγράμματος EDF και την πρόσφατη υπογραφή της δανειακής συμφωνίας SAFE ύψους 1.18 δισ. ευρώ. Αυτά τα χρήματα θα κατευθυνθούν στα ευρωπαϊκά μονοπώλια και στις κυπριακές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην πολεμική βιομηχανία, που πλέον αριθμούν πέραν των 30.
Εντός συνόρων οι αστοί επίσης παίρνουν τα μέτρα τους ενάντια στον «εχθρό λαό» όπως καταμαρτυρούν τα νομοσχέδια περιορισμού των συγκεντρώσεων και το νομοσχέδιο για τις παρακολουθήσεις, που μπορεί να αποσύρθηκε αλλά σε συνθήκες γενικευμένης πολεμικής εμπλοκής αναπόφευκτα θα επανέλθει προς ψήφιση.
Η πολεμική προπαρασκευή σχετίζεται άμεσα με τις εξελίξεις στον πόλεμο στην Ουκρανία, όπου βλέπουμε τη σταδιακή του γενίκευση. Η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη στήριξε ενεργά όλες τις αποφάσεις της ΕΕ για κυρώσεις προς τη Ρωσία, πρωτοστάτησε μέσω της κυπριακής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ στο να ξεμπλοκαριστεί το πολεμικό δάνειο 90 δισ. ευρώ προς στο καθεστώς Ζελένσκι και προωθεί ενεργά όλα τα σχέδια για την ευρωπαϊκή ενεργειακή απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, ακόμα και αν αυτά έρχονται με «προίκα» τη γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού ή την ενεργότερη εμπλοκή της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η κυπριακή αστική τάξη προσδοκά ότι μέσα από τη συμμετοχή της στους ευρωενωσιακούς και νατοϊκούς σχεδιασμούς θα αναβαθμίσει τη θέση της στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Για τον λαό όμως αυτή η επιλογή συνεπάγεται τεράστιους κινδύνους. Όσο περισσότερο η Κύπρος μετατρέπεται σε κόμβο στρατιωτικών επιχειρήσεων και σε μέρος της πολεμικής αλυσίδας των Ευρωνατοϊκών, τόσο περισσότερο καθίσταται πιθανός στόχος αντιποίνων σε περίπτωση γενικευμένης σύρραξης, όπως έγινε με την επίθεση drone στο Ακρωτήρι.
Από την Ουκρανία μέχρι τη Μέση Ανατολή, οι εργαζόμενοι χάνουν τη ζωή τους, και ξεριζώνονται από τα σπίτια τους. Τα τεράστια κονδύλια που κατευθύνονται στην πολεμική βιομηχανία προέρχονται από τη φοροαφαίμαξη των λαών, από τον δημόσιο δανεισμό που θα αποπληρώνουν οι επόμενες γενιές, από την περικοπή κοινωνικών δαπανών για την υγεία, την παιδεία, την πρόνοια από τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Όταν η ΕΕ διαθέτει δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς αλλά επικαλείται δημοσιονομικούς περιορισμούς για μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές παροχές, αποκαλύπτεται ξεκάθαρα ποια συμφέροντα υπηρετεί. Όταν προσφέρει φοροαπαλλαγές και ειδικά προνόμια στους ομίλους της πολεμικής βιομηχανίας ενώ οι εργαζόμενοι βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται από την ακρίβεια, αποδεικνύεται ότι η λεγόμενη «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» δεν αφορά τους λαούς αλλά τα κέρδη του κεφαλαίου.
Γι’ αυτό και η αντίθεση στην πολεμική οικονομία δεν μπορεί να περιορίζεται σε επιμέρους διαμαρτυρίες για ορισμένες επιλογές της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη ή στην ΕΕ που έχασε το δρόμο της, όπως διατείνεται η σοσιαλδημοκρατία. Το πρόβλημα βρίσκεται στον ίδιο τον χαρακτήρα της ΕΕ, στον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης που γεννά τους πολέμους, την εκμετάλλευση και τη φτώχεια.
Απέναντι στη στρατιωτικοποίηση, την πολεμική εμπλοκή και τις θυσίες στον βωμό των εξοπλισμών, η απάντηση βρίσκεται στην οργάνωση της πάλης των εργαζομένων και της νεολαίας. Στην αντίσταση στην εμπλοκή της Κύπρου στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, στην πάλη ενάντια και εν τέλει στην αποδέσμευση από την ΕΕ με ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων. Γιατί όσο η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των μονοπωλίων, η «ανάπτυξή» τους θα σημαίνει φτώχεια για τους εργαζόμενους και οι «επενδύσεις» τους θα σημαίνουν προετοιμασία νέων πολέμων. Η πραγματική διέξοδος για τον λαό βρίσκεται στον αγώνα για μια κοινωνία όπου η οικονομία και η επιστήμη θα υπηρετούν τις κοινωνικές ανάγκες.
