Με την ενεργή συμμετοχή νέων και ανθρώπων του μόχθου, πραγματοποιήθηκε σήμερα μια σημαντική εκδήλωση της Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας Κύπρου, αποτυπώνοντας αποφασιστικά το μήνυμα ότι η Ευρωενωσιακή και ΝΑΤΟική πολιτική της “οικονομίας πολέμου” εντείνει τη στρατιωτικοποίηση της Κύπρου. Ειδικότερα στην κεντρική ομιλία της εκδήλωσης ο Κώστας Γουλιάμος, Τακτικό Μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών και πρώην Πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, υπογράμμισε πως η Κύπρος μετατρέπεται σε κρίκο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, αυξάνοντας τους κινδύνους για τον λαό, που καλείται να πληρώσει το τίμημα ξένων συμφερόντων και πολεμικών σχεδιασμών.
Ο Κώστας Γουλιάμος ανέπτυξε τη θέση ότι στον 21ο αιώνα εντείνεται η στρατιωτικοποίηση της συσσώρευσης μέσω διοχέτευσης κεφαλαίων στην πολεμική βιομηχανία και τους εξοπλισμούς. Με όχημα τις κρατικές δαπάνες, την ασυδοσία μονοπωλίων και την εντατικότερη εκμετάλλευση της εργασίας, συνεχίζονται οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, επιταχύνεται η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου ενώ ενισχύεται η διαπλοκή αστικού κράτους, οικονομικής ολιγαρχίας, χρηματοπιστωτικής, στρατιωτικής και τεχνολογικής βιομηχανίας.
Ξεκινώντας από την παραδοχή ότι «τίποτε δεν εξελίσσεται σε ιστορικό κενό», ο ομιλητής συνέδεσε τη σημερινή συζήτηση για την οικονομία πολέμου με τη μακρά ιστορική σχέση πολέμου, κράτους και κεφαλαίου. Αναφέρθηκε στην περίοδο του Μαξιμιλιανού Α` των Αψβούργων, υποστηρίζοντας ότι από τη μετάβαση από τη φεουδαρχία προς τις πρώιμες μορφές καπιταλιστικής ανάπτυξης, ο πόλεμος, η φορολογία, η κρατική εξουσία και το χρηματικό κεφάλαιο συνδέθηκαν στενά. Όπως σημείωσε, η χρηματοδότηση των στρατών από τραπεζικούς οίκους, ανέδειξε τη σταδιακή εξάρτηση της κρατικής εξουσίας από την πίστωση και τη συγκέντρωση κεφαλαίου αλλά και ότι ο καπιταλισμός αναδύθηκε όχι μόνο μέσα από την ανάπτυξη του εμπορίου και της παραγωγής αλλά και μέσω του πολέμου και της κρατικής ισχύος.
Μεταφέροντας τη συζήτηση στον 21ο αιώνα, ο Κ. Γουλιάμος υποστήριξε ότι η βασική αυτή σχέση παραμένει αναγνωρίσιμη. Ωστόσο η διαφορά κατά τον ομιλητή είναι ότι σήμερα οι τότε τραπεζικοί οίκοι έχουν αντικατασταθεί από ένα σύνθετο πλέγμα χρηματοπιστωτικών αγορών, δημόσιου χρέους, κεντρικών τραπεζών και πολυεθνικών ομίλων.
Κατά τον Κ. Γουλιάμο, σήμερα δεν πρόκειται απλώς για χρηματοδότηση πολέμων αλλά για μια ευρύτερη διαδικασία «στρατιωτικοποίησης της συσσώρευσης». Το αστικό κράτος χρηματοδοτεί την έρευνα και ανάπτυξη, εγγυάται αγορές για στρατιωτικούς εξοπλισμούς ενώ αναλαμβάνει μέρος των επενδυτικών κινδύνων. Η διαδικασία αυτή επεκτείνεται πέρα από τη βιομηχανία όπλων, περιλαμβάνοντας την ενέργεια, τους ημιαγωγούς, την τεχνητή νοημοσύνη, τις τηλεπικοινωνίες, την κυβερνοασφάλεια και τις διαστημικές τεχνολογίες, δημιουργώντας πεδία κερδοφορίας και ενισχύοντας το μονοπωλιακό κεφάλαιο που δραστηριοποιείται σε αυτούς τους τομείς.
Αναφερόμενος στη σχέση ΗΠΑ – Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Γουλιάμος έκανε λόγο για σχέση «ανισομετρικής εξάρτησης». Με αναφορά στα ευρωπαϊκά στρατιωτικά προγράμματα δισεκατομμυρίων ReArm Europe/Readiness 2030, SAFE και στις αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες των χωρών του ΝΑΤΟ, υποστήριξε ότι το ΝΑΤΟ δεν αποτελεί απλώς στρατιωτική συμμαχία αλλά υπερεθνικό μηχανισμό συντονισμού του δυτικού ιμπεριαλισμού, ο οποίος ενοποιεί αγορές εξοπλισμών, τεχνολογίες επιτήρησης, δίκτυα στρατιωτικών βάσεων και στρατηγικές ενεργειακές οδούς.
Η σχέση ΗΠΑ–ΕΕ εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από βαθιά σχέση κυριαρχίας και υποτέλειας. Παρά τις επιδιώξεις της ευρωπαϊκής αστικής τάξης για ισχυρότερη γεωπολιτική παρουσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν την πρωτοκαθεδρία τόσο στο στρατιωτικό όσο και στο νομισματικό πεδίο, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει εγκλωβισμένη σε τεχνολογικές εξαρτήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα τεράστιο μέρος των ευρωπαϊκών εξοπλιστικών δαπανών καταλήγει στα ταμεία αμερικανικών μονοπωλιακών ομίλων, αποκαλύπτοντας τα πραγματικά όρια της λεγόμενης «στρατηγικής αυτονομίας». Η τελευταία δεν αμφισβητεί την ευρωατλαντική αρχιτεκτονική, αλλά λειτουργεί συμπληρωματικά προς αυτήν, ενισχύοντας την ευρωπαϊκή πολεμική βιομηχανία μέσα στο πλαίσιο που καθορίζουν το ΝΑΤΟ και οι αμερικανικοί σχεδιασμοί.
Την ίδια στιγμή, οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί οξύνονται με πρωτοφανή ταχύτητα, καθώς η βαθύτερη κρίση του καπιταλιστικού συστήματος πυροδοτεί νέες συγκρούσεις για αγορές, πλουτοπαραγωγικές πηγές, ενεργειακούς δρόμους και σφαίρες επιρροής. Οι αντιθέσεις αυτές οδηγούν σε νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, με τους λαούς να πληρώνουν ξανά το βαρύ τίμημα των συμφερόντων του κεφαλαίου.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην στρατιωτικοποίηση της Κύπρου και σε διάφορα επίμαχα ζητήματα που συνδέονται με την ευρύτερη διαδικασία «στρατιωτικοποίησης της συσσώρευσης». Ο Κ. Γουλιάμος υποστήριξε ότι η στρατιωτικοποίηση του νησιού εντάσσεται στη συνολικότερη αναδιάταξη της Ανατολικής Μεσογείου ως ζώνης ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Καθώς βαθαίνει η κρίση του καπιταλισμού, τα ιμπεριαλιστικά κέντρα επιδιώκουν με μεγαλύτερη επιθετικότητα και σφοδρότητα την ανακατανομή ισχύος, κερδών και σφαιρών επιρροής. Παράλληλα, Αναφέρθηκε στην ενίσχυση των στρατιωτικών συνεργασιών της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και άλλες χώρες της ΕΕ, όπως και στο ρόλο των βρετανικών βάσεων στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια.
Ο καθηγητής Γουλιάμος υπογράμμισε ότι η στρατιωτικοποίηση της Κύπρου δεν περιορίζεται μόνο στην αύξηση των εξοπλισμών, αλλά διαπερνά το σύνολο του αναπτυξιακού και οικονομικού σχεδιασμού. Ο συγκεκριμένος σχεδιασμός αποτυπώνεται μέσα από τις πολιτικές υποδομών «διπλής χρήσης» – λογουχάρη, λιμανιών στη Λεμεσό, το Μαρί και τη Λάρνακα, αεροδρομίων, τηλεπικοινωνιακών δικτύων και κόμβων logistics – που εντάσσονται ολοένα και περισσότερο στους ευρωατλαντικούς στρατιωτικούς σχεδιασμούς. Αυτές οι πολιτικές συνδέονται άμεσα με τους ανταγωνισμούς και τους ενεργειακούς σχεδιασμούς στην Ανατολική Μεσόγειο, μετατρέποντας την Κύπρο σε κρίσιμο γεωστρατηγικό ορμητήριο και ταυτόχρονα σε στόχο των συγκρούσεων που γεννούν οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί. Έτσι η Κύπρος μετατρέπεται σε επικίνδυνο μέρος του προβλήματος. Αναφερόμενος στις κοινωνικές προεκτάσεις αυτής της πολιτικής, τόνισε ότι λόγω στρατιωτικοποίησης περισσότεροι δημόσιοι πόροι διοχετεύονται σε στρατιωτικές υποδομές, εξοπλιστικά προγράμματα και μηχανισμούς ασφάλειας. Έτσι οι λαϊκές ανάγκες παραμερίζονται, ενώ στέγαση, δημόσια υγεία, κοινωνική πρόνοια και η στήριξη της εργατικής τάξης, των εργαζομένων και των λαικών νοικοκυριών υποχωρούν μπροστά στις απαιτήσεις της πολεμικής προετοιμασίας και της κερδοφορίας του κεφαλαίου.
Την ίδια στιγμή, το κόστος αυτής της πορείας φορτώνεται στις πλάτες του λαού, ο οποίος καλείται να πληρώσει άμεσα και έμμεσα τα εξοπλιστικά δάνεια και τις στρατιωτικές δαπάνες. Αντίθετα, κερδισμένοι αναδεικνύονται ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα: χρηματοπιστωτικοί όμιλοι, εταιρείες ανάπτυξης γης και ακινήτων, ενεργειακά μονοπώλια κ.α. Με αυτόν τον τρόπο, η στρατιωτικοποίηση μετατρέπεται σε πεδίο νέας κερδοφορίας για τμήματα του κεφαλαίου, ενώ οι κοινωνικές ανάγκες και η λαϊκή ευημερία θυσιάζονται στον βωμό των ιμπεριαλιστικών στόχων και των επιχειρηματικών συμφερόντων.
Για τον Κώστα Γουλιάμο η Κύπρος δεν βρίσκεται έξω από την «ιμπεριαλιστική πυραμίδα» ούτε έξω από το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Η κυπριακή αστική τάξη, είπε, επιδιώκει τη δική της αναβάθμιση μέσα από τις συμμαχίες με τις ΗΠΑ, την ΕΕ και το Ισραήλ. Ταυτόχρονα, το αστικό και συστημικό κομματικό οικοσύστημα αναπαράγει πολιτικές διαχείρισης και όχι ανατροπής, αρνούμενο να διαμορφώσει ένα συνεκτικό αντικαπιταλιστικό-αντιιμπεριαλιστικο πολιτικό πρόταγμα στρατηγικής πάλης και ρήξης με τον καπιταλισμό.
Καταλήγοντας, τόνισε ότι είναι αναγκαίο να διαχωριστεί η άμυνα της χώρας από τη συμμετοχή σε ευρύτερους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Ανέφερε ότι “η συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή και η ύπαρξη ξένων στρατιωτικών βάσεων καθιστούν αναγκαία την υπεράσπιση της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται βαθύτερη εμπλοκή στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ ή της ΕΕ. “Άλλο η άμυνα της πατρίδας, και άλλο η συμμετοχή στα σχέδια των ιμπεριαλιστών”, αναφέροντας μεταξύ άλλων πως “η στοίχιση κάτω από τις σημαίες των ιμπεριαλιστών δεν είναι πατριωτισμός”.
Στο δε κίβδηλο αφήγημα των κυβερνήσεων και συστημικών κομμάτων ότι στην “Ευρωπαϊκή Ένωση έχουμε συμμάχους” απάντησε ότι “Η ΕΕ δεν είναι ένωση λαών αλλά ένωση των ευρωπαϊκών μονοπωλίων” και ότι οι συμμαχίες στο εσωτερικό της δεν καθορίζονται από την αλληλεγγύη, αλλά από τους συσχετισμούς δύναμης και τα συμφέροντα των αστικών τάξεων.
Καταλήγοντας, με αναφορικά στις διχοτομικές λύσεις που προωθούνται στο Κυπριακό, υπογράμμισε ότι η προοπτική για τον κυπριακό λαό είναι “η πάλη της εργατικής τάξης, εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων πρέπει να κατευθύνεται στον στόχο για μια Κύπρο στην οποία αφέντης θα είναι ο λαός της, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, Αρμένιοι, Λατίνοι και Μαρωνίτες. Μια Κύπρο Ελεύθερη, Ενιαία, Ανεξάρτητη, με Μία και Μόνη Κυριαρχία, μία Ιθαγένεια και Διεθνή Προσωπικότητα, χωρίς ξένες βάσεις. Και Κύπρος Ελεύθερη και Ενιαία σημαίνει:
– Ενιαία Κρατική Συγκρότηση: Ένα κράτος και όχι δύο κράτη.
– Δικαίωμα στην ελεύθερη διακίνηση, εγκατάσταση και διαμονή εργατικών-λαϊκών οικογενειών σε όλες τις περιοχές του Νησιού, χωρίς όρους και δεσμεύσεις, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για Τουρκοκύπριους, Ελληνοκύπριους, Αρμένιους, Μαρωνίτες ή Λατίνους.
– Εξασφάλιση των εργασιακών, ασφαλιστικών, κοινωνικών δικαιωμάτων χωρίς διακρίσεις.
Ο Κ. Γουλιάμος, υπενθυμίζοντας αυτό που είχε υπογραμμίσει ο Λένιν -ότι οι πόλεμοι είναι αναπόφευκτοι όσο παραμένει άθικτη η εξουσία του κεφαλαίου- κατέληξε στην ομιλία του πως η κοινή συντονισμένη πάλη της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων στην Ελλάδα, στην Κύπρο, στην Τουρκία και των άλλων λαών της περιοχής πρέπει να κατευθύνεται ενάντια στα μονοπώλια και στο εκμεταλλευτικό σύστημα, για την εργατική – λαϊκή εξουσία και την κοινωνικοποίηση του πλούτου, για την αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.
Με την ολοκλήρωση της ομιλίας ακολούθησε πλούσια συζήτηση με τη συμμετοχή των παρευρισκομένων.
