Οι νέοι στα (κοινωνικά) δίκτυα του κεφαλαίου: Εθισμός και απαγορεύσεις

Του Άντρου Ιωάννου, Συντονιστής Επαρχιακής Οργάνωσης Λάρνακας

Πίσω τόσο από την καθημερινή χρήση των κοινωνικών δικτύων όσο και από τις ανησυχίες των γονιών για τις επιπτώσεις τους στα παιδιά βρίσκεται ένας τεράστιος μηχανισμός εμπορευματοποίησης του χρόνου, της προσοχής και των προσωπικών δεδομένων. Η επικοινωνία, η ψυχαγωγία, η ενημέρωση, ακόμη και οι κοινωνικές σχέσεις, περνούν μέσα από τις ψηφιακές πλατφόρμες. Οι τεχνολογικοί κολοσσοί αποκομίζουν τεράστια κέρδη ελέγχοντας το βαθμό και τον τρόπο διείσδυσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην καθημερινότητά μας.

Τα στοιχεία για την έκταση του φαινομένου είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 το 89,3% των νέων ηλικίας 16 – 29 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιούσε κοινωνικά δίκτυα. Σε 19 από τα 27 κράτη – μέλη το ποσοστό ξεπερνούσε το 90%, ενώ η Κύπρος βρισκόταν στην πρώτη θέση με 98,3%1.

 

Ενδεικτικά του βαθμού χρήσης των κοινωνικών δικτύων είναι και τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας. Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, το 96,2% των χρηστών του διαδικτύου στην Κύπρο χρησιμοποιούσε υπηρεσίες άμεσων μηνυμάτων, όπως το Messenger, το WhatsApp και το Viber, ενώ το 92,3% συμμετείχε σε κοινωνικά δίκτυα, όπως το Facebook και το «X»2.

Αυτή η πραγματικότητα, όμως, δεν προκύπτει στο κενό. Πίσω από τη φαινομενικά «δωρεάν» χρήση των κοινωνικών δικτύων βρίσκεται μια τεράστια οικονομική δραστηριότητα, η οποία δεν μπορεί να γίνει κατανοητή έξω από τις σχέσεις του καπιταλισμού.

Η προσοχή και ο χρόνος ως εμπορεύματα

Ο Μαρξ απέδειξε ότι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής η εργατική δύναμη μετατρέπεται σε εμπόρευμα. Η ανάπτυξη των ψηφιακών τεχνολογιών δείχνει παράλληλα τη γενικότερη τάση του καπιταλισμού να επεκτείνει την εμπορευματική σχέση σε ολοένα περισσότερες πλευρές της ανθρώπινης ζωής.

Σήμερα, αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης δεν αποτελεί μόνο η εργατική δύναμη στην άμεση παραγωγική διαδικασία. Τουναντίον, η προσοχή, οι προτιμήσεις, οι καταναλωτικές συνήθειες, η τοποθεσία και τα διαδικτυακά ίχνη γενικότερα, συλλέγονται, ταξινομούνται, και αξιοποιούνται από τους τεχνολογικούς κολοσσούς ποικιλότροπα.

Τέτοια είναι η σαπίλα του καπιταλισμού που μέχρι και οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται προϊόν εκμετάλλευσης. Εφαρμογές γνωριμιών, όπως για παράδειγμα το Tinder, μετατρέπουν ακόμη και την αναζήτηση συντρόφου σε οργανωμένη ψηφιακή αγορά, με συνδρομές, διαφημίσεις και συνεχή συλλογή δεδομένων.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι τεχνολογικοί κολοσσοί επενδύουν τεράστια κεφάλαια για να κερδίσουν δύο εξαιρετικά χρήσιμα για τους ίδιους, στοιχεία. Τον χρόνο και την προσοχή των χρηστών. Όσο περισσότερο παραμένει κάποιος συνδεδεμένος σε μια πλατφόρμα, όσο περισσότερα βίντεο παρακολουθεί, όσο περισσότερα «likes» κάνει, τόσο περισσότερες πληροφορίες αφήνει πίσω του.

Κάθε κλικ, αναζήτηση, αντίδραση ή αλληλεπίδραση δημιουργεί δεδομένα τα οποία χρησιμοποιούνται για δημιουργία αναλυτικών προφίλ χρηστών και στοχευμένες διαφημίσεις. Μάλιστα, όπως έχει ήδη αναδείξει η Κομμουνιστική Πρωτοβουλία Κύπρου, στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης τα δεδομένα αξιοποιούνται και για πρόβλεψη της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Υπό αυτό το πρίσμα, αυτό που για τους χρήστες των κοινωνικών δικτύων είναι επικοινωνία, διασκέδαση ή κοινωνική επαφή, για το κεφάλαιο είναι δεδομένα, διαφημιστική στόχευση, πρόβλεψη και τελικά… κέρδος.

Οι αλγόριθμοι έχουν ιδιοκτήτη

Μέσα από την αστική προπαγάνδα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρουσιάζονται συχνά ως ουδέτερα τεχνολογικά εργαλεία και ως απλοί χώροι, στους οποίους ο καθένας μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα και να επιλέγει τι θα δει. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα βρίσκεται στην ίδια την τεχνολογία ή στις δυνατότητες που μπορούν να προσφέρουν τα κοινωνικά δίκτυα. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος κατέχει και ελέγχει τις ψηφιακές πλατφόρμες και για ποιον σκοπό τις αξιοποιεί.

Η ιδιοκτησία τους βρίσκεται στα χέρια μονοπωλιακών ομίλων, οι οποίοι διατηρούν στενές σχέσεις με την αστική εξουσία και καθορίζουν τη λειτουργία τους με γνώμονα τη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας τους και τη διαιώνιση της εξουσίας του κεφαλαίου.

Μέσω των αλγορίθμων, καθορίζεται ποια ανάρτηση θα εμφανιστεί, ποιο βίντεο θα προωθηθεί, ποιο περιεχόμενο θα περιοριστεί και ποιο θα χαθεί μέσα στον τεράστιο όγκο πληροφοριών. Ενδεικτική είναι η αντιμετώπιση του περιεχομένου που αφορά την Παλαιστίνη, καθώς οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης έχουν επανειλημμένα περιορίσει ή αφαιρέσει αναρτήσεις αλληλεγγύης προς τον παλαιστινιακό λαό και καταγγελίας των ισραηλινών εγκλημάτων σε βάρος του3.

Παράλληλα, πρέπει να σημειωθεί ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναπαράγουν και ενισχύουν τις αξίες του σάπιου συστήματος μέσα στο οποίο αναπτύσσονται και το οποίο υπηρετούν. Μέσα από τη λειτουργία τους, ο καταναλωτισμός, ο ατομικισμός, ο ανταγωνισμός και η διαρκής αυτοπροβολή έρχονται στο προσκήνιο και προωθούνται ως κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα.

Πρόκειται, δηλαδή, για έναν μηχανισμό χειραγώγησης, ο οποίος διαμορφώνει συνειδήσεις και καλλιεργεί έναν τρόπο ζωής που εξυπηρετεί τις ανάγκες του κεφαλαίου. Σε αυτό το υπόβαθρο, η «επιτυχία» μετριέται σε ακόλουθους, προβολές και «likes». Η καθημερινότητα μετατρέπεται σε περιεχόμενο προς κατανάλωση και ο άνθρωπος καλείται να προβάλλει διαρκώς μια επιμελημένη εικόνα του εαυτού του.

Καθόλου τυχαία δεν είναι και η διάδοση  της έννοιας του «personal brand». Ο εργαζόμενος, ο καλλιτέχνης, ο φοιτητής ή ακόμη και ο έφηβος καλείται να λειτουργεί σαν επιχείρηση. Δηλαδή να προβάλλεται, να ανταγωνίζεται και να μετρά την κοινωνική αποδοχή του μέσα από… αριθμούς. Η λογική της αγοράς εισχωρεί έτσι ακόμη βαθύτερα στην προσωπικότητα και στις ανθρώπινες σχέσεις.

Τα προσωπικά δεδομένα ως πεδίο κερδοφορίας για το κεφάλαιο

Σε αυτό το έδαφος, γύρω από τα προσωπικά δεδομένα των χρηστών έχει αναπτυχθεί ένας ολόκληρος κλάδος επιχειρήσεων που συλλέγουν, συνδυάζουν, κατηγοριοποιούν και αξιοποιούν πληροφορίες για εκατομμύρια ανθρώπους.

Οι λεγόμενοι data brokers συγκεντρώνουν δεδομένα από διάφορες πηγές και κατασκευάζουν προφίλ καταναλωτών, τα οποία αξιοποιούνται στη συνέχεια για διαφημιστική στόχευση και άλλους σκοπούς. Με λίγα λόγια, οι προτιμήσεις, οι αγορές και οι αναζητήσεις των χρηστών μετατρέπονται σε δεδομένα που αξιοποιούνται για οικονομικούς και πολιτικούς σκοπούς.

Το σκάνδαλο της Cambridge Analytica αποκάλυψε πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτή η διαδικασία. Μέσω εφαρμογής στο Facebook συλλέχθηκαν δεδομένα από εκατοντάδες χιλιάδες χρήστες που αλληλεπίδρασαν άμεσα μαζί της, αλλά και πληροφορίες από δεκάδες εκατομμύρια φίλους τους. Τα δεδομένα αυτά αξιοποιήθηκαν για την κατάρτιση προφίλ ψηφοφόρων και τη στόχευση πολιτικών μηνυμάτων, με το σκάνδαλο να συνδέεται ιδιαίτερα με την προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ το 20164.

Η υπόθεση όμως δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια μεμονωμένη «παραφωνία». Έκτοτε έχουν αποκαλυφθεί πολυάριθμες περιπτώσεις μαζικών διαρροών, αδιαφανών μεταβιβάσεων και εμπορικής αξιοποίησης δεδομένων.

Το 2021, για παράδειγμα, δεδομένα περίπου 533 εκατομμυρίων χρηστών του Facebook εμφανίστηκαν δημόσια στο διαδίκτυο, περιλαμβάνοντας ονόματα, αριθμούς τηλεφώνου και άλλα στοιχεία5. Σε άλλη περίπτωση, το Twitter, σήμερα X, κατηγορήθηκε ότι χρησιμοποιούσε αριθμούς τηλεφώνου και ηλεκτρονικές διευθύνσεις που οι χρήστες είχαν δώσει για λόγους ασφάλειας, προκειμένου να τους στοχεύσει με διαφημίσεις6.

Δεν απαιτείται, λοιπόν, η αποκάλυψη ενός νέου «σκανδάλου» για να διαπιστωθεί η οικονομική και πολιτική αξιοποίηση των προσωπικών δεδομένων. Άλλωστε, το κεφάλαιο δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει κάθε διαθέσιμο μέσο, προκειμένου να εξασφαλίσει το μέγιστο δυνατό κέρδος.

Ποια είναι η κοινωνική – οικονομική πραγματικότητα πίσω από τον εθισμό στις οθόνες;

Μπροστά στις πραγματικές συνέπειες της πολύωρης χρήσης των κοινωνικών δικτύων, ιδιαίτερα για παιδιά και εφήβους, αστικές κυβερνήσεις προωθούν ολοένα συχνότερα περιορισμούς και απαγορεύσεις.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εθισμός στα κοινωνικά δίκτυα αλλά και το διαδίκτυο γενικότερα, αποτελούν υπαρκτά προβλήματα. Η αντιμετώπισή τους, όμως, δεν μπορεί να περιορίζεται στην απαγόρευση ενός λογαριασμού ή στην επίκληση της «ατομικής ευθύνης» των γονιών. Διότι οι άνθρωποι δεν ζουν σε κοινωνικό κενό.

Τα στοιχεία για την Κύπρο είναι αποκαλυπτικά.

Το 2024, η Κύπρος κατέγραψε το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση εργαζομένων που εργάζονταν 49 ώρες ή περισσότερες την εβδομάδα στην κύρια εργασία τους7. Την ίδια στιγμή, το 2025 περίπου ένας στους τρεις εργαζομένους εργαζόταν μεταξύ 40 και 44,5 ωρών την εβδομάδα, ενώ υπήρχαν σημαντικά ποσοστά εργαζομένων με ακόμη μεγαλύτερη εβδομαδιαία απασχόληση8.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 2025, το 31,3% των εργαζομένων στην Κύπρο εργαζόταν και τα Σαββατοκύριακα. Πρόκειται για το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την Ελλάδα9.

Ακόμη πιο ολοκληρωμένη εικόνα της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης στην Κύπρο δίνουν τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας. Το 35,2% των μισθωτών στην Κύπρο λάμβανε το 2025 λιγότερα από €1.500 μεικτά τον μήνα9. Την ίδια χρονιά, 167.000 άνθρωποι, δηλαδή το 17,1% του πληθυσμού, βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ το 14,9% βρισκόταν κάτω από το όριο κινδύνου φτώχειας10.

Ακόμη και η δυνατότητα μιας στοιχειώδους ανάπαυσης φαντάζει ως πολυτέλεια. Περίπου τρεις στους δέκα Κύπριους δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά ούτε μία εβδομάδα διακοπών μακριά από το σπίτι11. Αυτή είναι η υλική πραγματικότητα πάνω στην οποία πρέπει να εξεταστεί και η σχέση των ανθρώπων με τα κοινωνικά δίκτυα και τις οθόνες.

Γιατί όταν οι γονείς εργάζονται πολλές ώρες και συχνά τα Σαββατοκύριακα, όταν μεγάλο μέρος των μισθωτών ζει με απολαβές που αρκούν μόνο μέχρι τα μέσα του μήνα, όταν μια εβδομάδα διακοπών αποτελεί απαγορευτική δαπάνη για δεκάδες χιλιάδες οικογένειες, τότε η συζήτηση για τον «ποιοτικό οικογενειακό χρόνο» δεν μπορεί να γίνεται σαν να πρόκειται απλώς για ζήτημα προσωπικής επιλογής.

Φταίνε απλώς οι γονείς ή το παιδί που «δεν αφήνει το κινητό»;

Η αστική πολιτική έχει τη βολική συνήθεια να μετατρέπει τα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματα σε ζητήματα ατομικής ευθύνης. Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και για τη σχέση των παιδιών με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την ευθύνη επωμίζονται τελικά οι γονείς, επειδή δήθεν «δεν θέτουν όρια», ή οι ίδιοι οι νέοι, επειδή «δεν αφήνουν το κινητό από τα χέρια τους».Μόνο που ένα παιδί ζει μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες.

Ζει σε οικογένειες όπου οι γονείς εργάζονται πολλές ώρες, συχνά με εντατικοποιημένους ρυθμούς και εξαντλητικά ωράρια. Ζει σε γειτονιές όπου οι ελεύθεροι δημόσιοι χώροι είναι περιορισμένοι ή και ανύπαρκτοι και όπου ο αθλητισμός, η τέχνη, η μουσική και άλλες μορφές δημιουργικής απασχόλησης συχνά απαιτούν μεγάλα χρηματικά ποσά.  Είναι σε αυτό το περιβάλλον που η οθόνη και τα κοινωνικά δίκτυα γίνονται η εύκολη, άμεσα διαθέσιμη και συχνά η φθηνότερη μορφή ψυχαγωγίας και επικοινωνίας.

Το αδιέξοδο των απαγορεύσεων

Ποια είναι, λοιπόν, η απάντηση της αστικής εξουσίας και των κομμάτων και κυβερνήσεων που τη διαχειρίζονται στο υπαρκτό πρόβλημα του εθισμού των νέων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης;

Το ίδιο σύστημα που συρρικνώνει τον ελεύθερο χρόνο, μετατρέπει την ψυχαγωγία, τον αθλητισμό, την τέχνη και τον πολιτισμό σε εμπορεύματα, υποβαθμίζει τις δημόσιες υποδομές και τσακίζει οικονομικά τις λαϊκές οικογένειες, εμφανίζεται στη συνέχεια ως «προστάτης» των παιδιών, παρουσιάζοντας ως λύση την απαγόρευση ή τον περιορισμό της πρόσβασης των ανηλίκων στις ψηφιακές πλατφόρμες.

Η συζήτηση για παρόμοια μέτρα έχει ξεκινήσει σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα αλλά και η Κύπρος, όπου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, ισχυρίστηκε ότι η «η προστασία των παιδιών μας στο ψηφιακό περιβάλλον αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα για την διακυβέρνηση μας»12.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αυστραλία, όπου από τον Δεκέμβριο του 2025 εφαρμόζονται περιορισμοί στη χρήση κοινωνικών δικτύων από νέους κάτω των 16 ετών. Παρά τους περιορισμούς, δημοσιεύματα και έρευνες έχουν καταγράψει ότι μεγάλος αριθμός εφήβων εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τις πλατφόρμες, αξιοποιώντας διαφορετικούς τρόπους παράκαμψης των μέτρων, όπως ψευδή στοιχεία ηλικίας, λογαριασμούς μεγαλύτερων προσώπων ή τεχνικές μεθόδους παράκαμψης όπως το VPN13.

Το βασικό ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι αν το αστικό κράτος μπορεί τελικά να κατασκευάσει έναν αποτελεσματικότερο μηχανισμό ελέγχου της ηλικίας των χρηστών. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι οι περιορισμοί μπορούσαν να εφαρμοστούν απόλυτα, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που οδηγούν ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας να περνά ολοένα περισσότερο χρόνο μπροστά από μια οθόνη θα παρέμεναν ανέγγιχτες.

Η απαγόρευση ενός λογαριασμού δεν μειώνει τις ατελείωτες ώρες εργασίας των γονιών. Δεν δημιουργεί περισσότερο ελεύθερο χρόνο για την οικογένεια. Δεν αυξάνει τους μισθούς. Δεν δημιουργεί ελεύθερους δημόσιους χώρους στις γειτονιές, ούτε δωρεάν αθλητικές, πολιτιστικές και δημιουργικές δραστηριότητες για κάθε παιδί. Δεν αναιρεί την εμπορευματοποίηση της ψυχαγωγίας και του πολιτισμού. Και βέβαια δεν αγγίζει τα ίδια τα μονοπώλια, τα οποία έχουν κάθε συμφέρον να κρατούν τον χρήστη όσο περισσότερο γίνεται μπροστά στην οθόνη, μετατρέποντας την προσοχή και τα δεδομένα του σε πηγή κέρδους.

Τα αστικά κόμματα και οι κυβερνήσεις επιχειρούν, επομένως, να διαχειριστούν τις συνέπειες χωρίς να αγγίζουν τις αιτίες. Από τη μια ισχυρίζονται ότι θέλουν να προστατεύσουν τη νεολαία από τον εθισμό στις ψηφιακές πλατφόρμες και, από την άλλη, υπερασπίζονται ένα σύστημα που περιορίζει τον ελεύθερο χρόνο, εντείνει την εργασία, εμπορευματοποιεί την κοινωνική ζωή και παραδίδει την τεχνολογική ανάπτυξη στα χέρια των μονοπωλίων.

Γι’ αυτό και η πάλη ενάντια στον εθισμό στις ψηφιακές πλατφόρμες, στην εμπορευματοποίηση της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων δεν μπορεί να εναπόκειται σε απαγορεύσεις και διοικητικά μέτρα.

Συνδέεται άμεσα με την πάλη για σταθερή δουλειά με δικαιώματα, ουσιαστική μείωση του εργάσιμου χρόνου, όπως επιτρέπουν τα τεράστια τεχνολογικά και παραγωγικά επιτεύγματα της εποχής μας, περισσότερο και ποιοτικότερο ελεύθερο χρόνο, δημόσιες και δωρεάν υποδομές αθλητισμού και δημιουργικής απασχόλησης και καθολική, ελεύθερη πρόσβαση στον πολιτισμό.

Πάνω απ’ όλα, συνδέεται με την πάλη για την ανατροπή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Εκεί όπου μπορούν να δημιουργηθούν οι υλικές συνθήκες όπου οι σύγχρονες παραγωγικές και τεχνολογικές δυνατότητες θα πάψουν να αποτελούν ιδιοκτησία και πεδίο κερδοφορίας μιας χούφτας μονοπωλιακών ομίλων και θα τεθούν στην υπηρεσία των κοινωνικών αναγκών.

Μόνο έτσι μπορεί η τεχνολογική πρόοδος να μεταφραστεί σε λιγότερο εργάσιμο και περισσότερο ελεύθερο χρόνο, σε διευρυμένη πρόσβαση στον αθλητισμό, στον πολιτισμό και στη δημιουργική δραστηριότητα και, συνολικά, σε νέες δυνατότητες για την ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου.  Μόνο σε αυτή τη βάση μπορεί, εν τέλει, να αντιμετωπιστεί ολιστικά και το πρόβλημα του εθισμού των νέων στις ψηφιακές πλατφόρμες.

ΠΗΓΕΣ:

  1. Eurostat, «89% of 16–29-year-olds used socials in 2025».
  2. Στατιστική Υπηρεσία Κύπρου, «Έρευνα Χρήσης Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) στα Νοικοκυριά 2025 – Συνοπτικά Αποτελέσματα».
  3. The New York Times, «Social Media Users Accuse Facebook and Instagram of Suppressing Pro-Palestinian Posts».
  4. The New York Times, «How Trump Consultants Exploited the Facebook Data of Millions».
  5. BBC News, «Facebook: Meta fined €265m by Irish Data Protection Commission».
  6. BBC News, «Twitter fined $150m in US for selling users’ data».
  7. Philenews, «Κύπρος: Δεύτερη στην ΕΕ σε εργασία άνω των 49 ωρών».
  8. Philenews, «Ένας στους τρεις μισθωτούς δουλεύει έως 44,5 ώρες».
  9. Eurostat, «21% of employed people worked on weekends in 2025».
  10.  Η Καθημερινή Κύπρου, «Ποσοστό 17,1% του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας».
  11.  Πολίτης, «Κύπρος: Σχεδόν τρεις στους δέκα δεν αντέχουν οικονομικά μία εβδομάδα διακοπών».
  12.  Η Καθημερινή Κύπρου, «Τέλος τα social media κάτω των 15 στην Κύπρο;».
  13.  Al Jazeera, «Most Australian teens still online three months after under-16 ban».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *