“Αναβαθμίσεις” για την οικονομία, ακρίβεια και δυσβάσταχτο κόστος ζωής για τον λαό

Την ώρα που η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη πανηγυρίζει για τις αναβαθμίσεις της κυπριακής οικονομίας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, χιλιάδες εργαζόμενοι, λαϊκά νοικοκυριά, αυτοεργοδοτούμενοι και μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωποι με μια νέα εκτόξευση του κόστους ζωής.

Οι τιμές των καυσίμων έχουν φτάσει σε ένα από τα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων χρόνων. Το πετρέλαιο κίνησης έχει ξεπεράσει τα €2 το λίτρο και το πετρέλαιο θέρμανσης βρίσκεται γύρω στο €1,60, λίγο πριν από την έναρξη της χειμερινής περιόδου. Από τον Ιούνιο, οι τιμές των διυλιστηρίων έχουν αυξηθεί περίπου κατά 32% στη βενζίνη 95 οκτανίων και κατά 46% στο πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης.

Από τη μια, λοιπόν, βρίσκεται η Κύπρος των αναβαθμίσεων, των δημοσιονομικών πλεονασμάτων, των επενδυτικών βαθμίδων και των καλών βαθμών από τους διεθνείς οίκους. Από την άλλη, η Κύπρος του εργαζόμενου που πληρώνει όλο και περισσότερο για να πάει στη δουλειά του, της οικογένειας που μετρά το κόστος για να θερμάνει το σπίτι της και του μικρού επαγγελματία που βλέπει ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του να εξανεμίζεται στα λειτουργικά έξοδα.

Στις συνθήκες της Κύπρου, τα καύσιμα συνδέονται άμεσα με την κάλυψη βασικών καθημερινών αναγκών. Η χρόνια ανεπάρκεια των δημόσιων συγκοινωνιών και η εξάρτηση από το ιδιωτικό αυτοκίνητο μετατρέπουν τη μετακίνηση προς την εργασία, την εκπαίδευση και τις βασικές υπηρεσίες σε βαριά ανελαστική δαπάνη για τα λαϊκά στρώματα. 

Η εκτόξευση των καυσίμων αποτελεί ταυτόχρονα έναν ακόμη μηχανισμό γενίκευσης της ακρίβειας. Το αυξημένο κόστος μεταφοράς περνά στην παραγωγή, στη γεωργία, στη διανομή και στις υπηρεσίες και επιστρέφει στα λαϊκά νοικοκυριά μέσα από ακριβότερα προϊόντα και βασικές ανάγκες. Ήδη τον Αύγουστο ο πληθωρισμός έφτασε το 3,5%, με τα πετρελαιοειδή αυξημένα κατά 20,3%, τις μεταφορές κατά 11,4% και τα τρόφιμα κατά 3,8% σε σχέση με έναν χρόνο προηγουμένως. Η αύξηση των καυσίμων επομένως βαθαίνει ένα ήδη οξυμένο πρόβλημα ακρίβειας και συμπιέζει ακόμη περισσότερο το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων.

Οι σημερινές αυξήσεις συνδέονται παράλληλα άμεσα με την όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και των πολεμικών συγκρούσεων. Οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, οι διαταραχές στην παραγωγή και στη διύλιση, η ανασφάλεια στις θαλάσσιες οδούς και η αύξηση του μεταφορικού κόστους μεταφέρονται στις διεθνείς τιμές της ενέργειας και τελικά στις τσέπες των λαών.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η Κυπριακή Δημοκρατία εμβαθύνει τη στρατηγική, αμυντική και ενεργειακή της συνεργασία με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ και εντάσσεται όλο και βαθύτερα στους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Η κυβέρνηση παρουσιάζει αυτή την πορεία ως αναβάθμιση του γεωπολιτικού ρόλου της Κύπρου. Για τους εργαζομένους και τα λαϊκά στρώματα τίθεται ένα πολύ διαφορετικό ερώτημα: ποιος ωφελείται από αυτή την «αναβάθμιση» και ποιος καλείται να πληρώσει το οικονομικό και κοινωνικό της κόστος;

Ιδιαίτερα ασφυκτική γίνεται η κατάσταση για χιλιάδες αυτοεργοδοτούμενους και μικρές επιχειρήσεις. Ο μικρός επαγγελματίας, ο τεχνίτης, ο διανομέας, ο γεωργός και όσοι χρειάζονται καθημερινά όχημα για την εργασία τους πληρώνουν άμεσα την αύξηση των καυσίμων από το εισόδημά τους, την ώρα που αυξάνονται παράλληλα το ηλεκτρικό ρεύμα, τα ενοίκια, οι πρώτες ύλες και συνολικά τα λειτουργικά τους έξοδα. Η συγκέντρωση της αγοράς και η ισχύς των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων οξύνουν ακόμη περισσότερο τις πιέσεις που δέχεται η μικρή επιχείρηση.

Η παράταση της μείωσης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης κατά 8,33 σεντ το λίτρο μέχρι το τέλος Νοεμβρίου βρίσκεται πολύ πίσω από το μέγεθος των σημερινών αυξήσεων. Η προστασία του λαϊκού εισοδήματος απαιτεί πολύ πιο αποφασιστικά μέτρα.

Η ΚΠΚ θέτει προς συζήτηση άμεσα μέτρα με επίκεντρο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών:

  • Άμεση κατάργηση της διπλής φορολογίας στα καύσιμα και φορολόγηση των μεγάλων εταιρειών ενέργειας και καυσίμων που θησαυρίζουν στις πλάτες του λαού.
  • Άμεση επιβολή πλαφόν στην τιμή του πετρελαίου θέρμανσης πριν από τον χειμώνα και ουσιαστική στήριξη των λαϊκών στρωμάτων για την κάλυψη του κόστους θέρμανσης.
  • Ειδικό καθεστώς προστασίας των αυτοεργοδοτουμένων και των πολύ μικρών επιχειρήσεων που εξαρτώνται από τα καύσιμα, με βάση τον κύκλο εργασιών και τις πραγματικές λειτουργικές τους ανάγκες. Επιδότηση του κόστους καυσίμων για επαγγελματικές μετακινήσεις και ουσιαστική ελάφρυνση του ενεργειακού τους κόστους.
  • Άμεση και γενναία στήριξη των πολύ μικρών επιχειρήσεων και των αυτοεργοδοτούμενων, με προτεραιότητα σε όσους πλήττονται περισσότερο από την ακρίβεια, για προστασία του εισοδήματος, της εργασίας και της μικρής παραγωγικής δραστηριότητας.
  • Ενίσχυση και επέκταση των δημόσιων συγκοινωνιών και κατάργηση του κομίστρου για τα λαϊκά στρώματα.

Τα άμεσα αυτά μέτρα μπορούν να προσφέρουν κάποια ανακούφιση. Το ενεργειακό πρόβλημα, όμως, έχει βαθύτερες ρίζες στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η παραγωγή και η διάθεση της ενέργειας.

Γι’ αυτό το λόγο, η ΚΠΚ παλεύει παράλληλα για μια διαφορετική κατεύθυνση:

Για μια Κύπρο έξω από τους πολεμικούς σχεδιασμούς και τις στρατιωτικές αντιπαραθέσεις, για ειρήνη και αλληλεγγύη των λαών και για αξιοποίηση της ενέργειας και των παραγωγικών δυνατοτήτων του τόπου με κριτήριο τις κοινωνικές ανάγκες.

Για κοινωνικοποίηση των στρατηγικών υποδομών και του ενεργειακού τομέα, με ενιαίο δημόσιο σχεδιασμό και κοινωνικό έλεγχο, ώστε η ενέργεια να παρέχεται φθηνά και με ασφάλεια στον λαό, να υπηρετεί τις κοινωνικές και παραγωγικές ανάγκες.

Παλεύουμε επίσης για ένα ολοκληρωμένο δημόσιο και δωρεάν σύστημα μαζικών μεταφορών, σχεδιασμένο με βάση τις ανάγκες των εργαζομένων και των τοπικών κοινωνιών, με καθολική γεωγραφική κάλυψη. Η δραστική μείωση της εξάρτησης από το ιδιωτικό αυτοκίνητο αποτελεί βασική κοινωνική και παραγωγική υποδομή για μια διαφορετική οργάνωση της κυπριακής κοινωνίας και οικονομίας.

Η κάλυψη των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών, η ενέργεια, η θέρμανση και η μετακίνηση δεν μπορούν να εξαρτώνται από την κερδοφορία και τις διακυμάνσεις της αγοράς. Απαιτούν δημόσιο κεντρικό σχεδιασμό, κοινωνικό έλεγχο και οργάνωση της παραγωγής με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες και όχι τα κέρδη μιας χούφτας μονοπωλίων.